Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

βαριά (η) και βαρειὰ

μεγάλη σιδερένια “σφύρα”, που χρησιμοποιείται για το σπάσιμο μεγάλων λιθαριών και τον τεμαχισμό (σε σχίζες) χοντρών ξύλων με τη βοήθεια σιδερένιων σφηνών. Χρησιμοποιείται επίσης από τους σιδηρουργούς (=γύφτους, χάβρους) για την επεξεργασία εργαλείων. Γενικά η χρήση της βαριάς είναι ποικίλη.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Βαρειὰ /ἡ/ (βαρεῖα) = βαρὺς ραιστήρ, μεγάλη σφύρα (θραύσεως λίθων, κατεργασίας μετάλλων κ.λ.π.).

Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

βαριά (ἡ): μεγάλη σιδερένια σφύρα.

Λεξικό Ιδιωματικών Οικοδομικών Όρων – Χαρά Παπαδάτου

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!