η

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στο Λευκαδίτικο ιδίωμα!

β΄λάρι (το)

βλάρι
τόπι υφάσματος του σπιτικού εργαλείου, κοινώς πέτσα, ντόπιου υφάσματος.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Β(ι)λάρ(ι) /τὸ/ (Ἀλ. βιλjάρ-ι) = τόπι ὑφάσματος, πέτσα ὑφάσματος ἐγχωρίου. (βιλάρι)

Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *