Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

τσιρούφλι (το)

μικρή μπούκλα μαλλιών περιτυλιγμένη σε χαρτί μικρού κυλινδρικού σχήματος. Τα τσουρούφλια – γιατί ήταν δύο – τα ΄βανε η νύφη κατά τη μέρα του στεφανώματος, αλλά και αργότερα. Τα τσουρούφλια έμπαιναν δίπλα στους κροτάφους.
Τσουρούφλι θα πει γαρίφαλο (γαλ. Girofle). Γαρίφαλο στ΄ αυτί δηλ. αφού τα φορούσαν και οι γυναίκες της Ισπανίας.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Τσιροῦφλ(ι) /τὸ/ (Τ. ζuλúφ, Ἰ. cirriffero) = βόστρυχος τῆς γυναικείας κόμης περιεστραμμένος ἐπὶ χαρτίνου κυλινδρίσκου ἐν εἴδει πετάλου παρὰ τοὺς κροτάφους, διὰ τὴν κόμμωσιν τῆς ἐπισήμου στολῆς.

Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης   


Τα τσουρούφλια αφορούσαν το νυφιάτικο χτένισμα των γυναικών, τους κροτάφους (Κοντομίχης). Κατ΄ επέκταση, άμα από απροσεξία (ή επίτηδες) πλησίαζε αναμμένο κερί, τα μέρη αυτά τσουρουφλιάζονταν, καψαλίζονταν.
Στις αγρύπνιες γινόντανε πολλά τέτοια τσουρουφλίσματα και στα ρούχα καψαλίσματα. Κατά τον Φιλίντα (Γ΄/187) τα τσουλούφια γίνανε τσουρούφλια, γιατί, – λέει- κάνοντάς τα κατσαρά με ζεστό σίδερο, τα τσουρουφλάγανε (Κεφαλλονιά).

Καρσάνικα Γλωσσικά Ιδιώματα – Δημ. Κατωπόδης


Τσιρούφλια = 1. μικρή δέσμη μαλλιῶν πού ξεχωρίζει στό μέτωπο,
2. δέσμη μαλλιῶν πού τυλίγουν μέ κολαριστό ἄσπρο χαρτί σέ σχῆμα τσιγάρου, ὁριζόντια στούς δύο κροτάφους τῆς νύφης, γιά νά τονίζει τόν στολισμό της.

Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *