Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

τσέτσελε – πέτσελε

τίποτα, ασήμαντα πράγματα.
“Τι έχουν σήμερα τα ψαράδικα στην αγορά; – Τσέτσελε – πέτσελε”.
Το φραστικό αυτό σχήμα που σπάνια το ακούει κανείς σήμερα τείνει να χαθεί.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Τσέτσελε-πέτσελε (Ἰ. tensile-pensile) = πρᾶγμα ἰσχνὸν καὶ ἀτροφικόν, ἀσήμαντον κατὰ ποσότητα καὶ ποιότητα.

Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *