Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

τρόκολο (το)

ξύλινη χειροκίνητη συσκευή στειψίματος των τσίπουρων. Παλιότερα το έλεγαν και στείψη.
Στήνεται ( ή μάλλον στηνόταν) στο κατώγι του σπιτιού, συνήθως, ή σε άλλο κατάλληλο και πρόσφορο χώρο.
Αποτελούνταν:
α) από δύο κολόνες όρθιες, τους ορτούς, που στην κορυφή τους έμπαινε ξύλινο πλατύ επιστύλιο, η πλάντρα. β) το βαρέλι μέσα στο οποίο έριχναν τα τσίπουρα για στείψιμο,
γ) το αδράχτι, ένα κοχλιωτό σκληρό ξύλο, που ανεβοκατέβαινε και πίεζε την τάπα, ξύλινο στρογγυλό, ατόφιο και σκληρό ξύλο που έμπαινε πάνω από τα τσίπουρα και δεχόταν την πίεση του αδραχτιού
δ) τον πάλο, σιδερένιο χοντρό λοστό, που λειτουργούσε σαν μανιβέλα, μπαίνοντας στις τρύπες που είχε το αδράχτι στο κάτω μέρος του, και κατεβάζοντας έτσι προς τα κάτω ολοένα την πίεση από το κοχλιωτό αδράχτι.
Το κρασί που έβγαινε από το τρόκολο το έλεγαν λάγκερο, και ήταν κρασί πού ελαφρό, αφού για να βγει έριχναν το ανάλογο νερό στα τσίπουρα. Όταν τα τσίπουρα τα ΄στειφταν ανέρωτα, έβγαινε το ανόθευτο μαύρο κρασί, ο τσιπουρίτης.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Τρόκολο /τὸ/ (Ἰ. torchiolo) = ξύλινον κοχλιωτὸν στεμφυλοπιεστήριον ἐγχωρίας κατασκευῆς.

Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

 
Click to listen highlighted text!