Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

θειαμαίνομαι

Θειαμαίνομαι: (θείον +μαίνομαι) = εκστασιάζομαι, έχω περιέλθει εις μανίαν τη ενεργεία θεού τινος («μαινόμενος Διόνυσος»), οχλαγωγώ, οργιάζω, θορυβώ, «χαλώ τον κόσμο», είμαι έξω φρενών. «Μαιμόωσα και μαιμώσα» = ενθουσιώσα και οξέως ορμώσα, εξ ου και οι μαινάδες και ο Μαιμακτηριών μήνας (ο Ιανουάριος – από Διός μαιμάκτου», κ.λ.π.), (Λεξ. Liddell-Scott και λεξ. Σούδα).

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

 
Click to listen highlighted text!