Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

τανύτρα (η)

ξύλινο ραβδί που στηλώνεται στον πισινό αντί του αργαλειού και αντιστηλώνεται στο αντίστοιχο δοκάρι της βάσης του αργαλειού. Η τανύτρα μπαίνει αριστερά και κατά διαστήματα περιστρέφει το αντί αυτό και έτσι κατεβαίνει το στημόνι.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Τανύτρα /ἡ/ (τανύω) = τὸ ξῦλον διὰ τοῦ ὁποίου ἐν εἴδει μοχλοῦ περιστρέφομεν τὸ ἀντὶ διὰ νὰ τεντώσωμε τὸ στημόνι.

Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *