Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλα τα λήματα από Τα Λευκαδίτικα

αδέξος (ο)

αδέξιος, ανεπιτήδειος, ανεπαρκής: “αδέξιος νοικοκύρης”. – “Τι αδέξο παιδί είναι;” = άσκημο παιδί είναι, ανεπρόκοφτο και δεν κάνει για γαμπρός. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀδέξος -α -ο: ἀδέξιος, ἀνεπιτυχής, ἀσύμφορος, ἀνεπαρκής. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

αδιάκριτος (ο)

αναιδής, χυδαίος, αγενής. “Μην είσαι αδιάκριτος” = μη ρωτάς πράγματα που δεν επιτρέπεται. – “αδιάκριτη ερώτηση” – “αδιάκριτη επίσκεψη”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀδιάκρ(ι)τος -η -ο:  (ἀ-διὰ-κρίνω) = ἀγενής, ἀγροῖκος, ἀσεβής. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

αδράζω ή αδράχνω

πιάνω κάποιον με γρήγορη κίνηση, με βίαιες διαθέσεις. “Τον άδραξα από το λαιμό, αλλά μου ξέφυγε”, “άδραξα μια πέτρα και έριξα κατ΄ απάνω του” – “Τον άδραξα απ΄ τα μαλλιά και τον έβγαλα απ΄ τη θάλασσα. Τον έσωσα.” Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀδράζω:  (ἀ-δράσσω) = συλλαμβάνω . . . Περισσότερα

αδραχτά (επίρρ.)

αρπαχτά, με βία. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀδραχτὰ:  (ἀ-δράσσω) = διὰ ταχείας κινήσεως, ἁρπαχτά. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

αδράχτι (το)

ξυλινόβεργα, πιο λεπτή στις δύο άκρες και εξογκωμένη ελαφρά στο κέντρο, στην οποία τυλίγουν το νήμα της ρόκας, που είναι προϊόν γνεσίματος. Έχει μήκος 30-40 εκ. και απαραίτητο συμπλήρωμα του είναι το σφοντύλι. Σε παλιό χειρόγραφο του 1724 (Ιστορικό Αρχείο Λευκάδας) διαβάζομε “τέσσερα αδράχτια” και του 1822 “δύο σφοντύλι” σε . . . Περισσότερα

ἁδρὺς -υὰ – ὸ

Ἁδρὺς -υὰ – ὸ:  ἁδρός, τραχύς, σκληρὸς «ἁδρὺ κρασί, ἁδρὺ ὕφασμα». Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Ἁδρὺ συνήθως λέγεται ὁ τραχὺς καὶ ὑποξύνου γεύσεως οἶνος (προῦσκο). Γλωσσάριον – Γ.Χ. Μαραγκός

άειντε

εμπρός, πηγαίνετε, φύγετε. Συνωνυμεί με το άει (χάει) ως ένα σημείο. Του δίνονται όμως και ευρύτερες σημαντικές διαστάσεις: “Άειντε δα, θάλασσα μας τα ΄καμες” – “Άειντε, καημένε, που θέλεις και τα ρέστα σου” και “Χάειντε, χάειντε, γλεντάτε βλέπω”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἄειντε:  (ἄγε δή, ἄγετε, . . . Περισσότερα

αζώηρος ή αζώερας (ο) και ἀζώϊρας

η πεταλουδίτσα που τριγυρίζει στις αναμμένες λάμπες. το άγριο φυτό, ο ανάγυρις των αρχαίων, που αναδίδει δυσοσμία. Οι χωρικοί χρησιμοποιούν τα φύλλα του για ιαματικούς σκοπούς, ιδίως στα οικόσιτα ζώα. “Θάμνος δασώδης εκ της οικογενείας των οσπριοειδών”, σημειώνει ο Αρ. Βαλαωρίτης (Άπαντα, εκδ. Φιλολ. 2, 197). Οι αρχαίοι έλεγαν: “Μη . . . Περισσότερα

Αηβασιλιώτης (ο)

ο κάτοικος του συνοικισμού Αγ. Βασιλείου, Νότιας Λευκάδας. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἁηβασιλιώτ(η)ς -σα: ὁ ἐκ τοῦ συνοικισμοῦ Ἁγίου Βασιλείου. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

Αηγκιώτης (ο)

ο κάτοικος του χωριού Άγιος Νικήτας. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἁηγκιώτ(η)ς -σα:  ὁ ἐκ τοῦ χωρίου Ἅγιος Νικήτας (Ἁηγκήτας). Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

Αηλιώτης (ο)

ο κάτοικος του χωριού Άγ. Ηλίας. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἁηλιώτ(η)ς -σα:  ὁ ἐκ τοῦ χωρίου Ἅγιος Ἠλίας. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

Αηπετρίτης (ο)

ο κάτοικος του χωριού Άγ. Πέτρος. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἁηπετρίτ(η)ς -σα:  ὁ ἐκ τοῦ χωρίου Ἅγιος Πέτρος. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

ἀητέρι

Ἀητέρι /τὸ/ (ἕτερον, ἑταῖρος) = τὸ ἕτερον τοῦ ζεύγους, τὸ ταῖρι. «δὲν ἔχει ἀητέρι» = δὲν ὑπάρχει ὅμοιός του εἰς ἀρετὰς ἤ ἐλαττώματα.

ἀητομάχος

Ἀητομάχος:  /ὁ/ (ἀετὸς-μάχη) = τὸ ἀποδημητικὸν πτηνὸν κορυλλίων, κεφαλᾶς.

αητονύχι (το)

επιτραπέζιο σταφύλι ασπρόρογο, τραγανό, λεπτόφλουδο με επίμήκη ρόγα. Άγγ. Σικελ. Αλαφρ. ΙΙΙ 400: “Και τι θα πούνε οι ξάστεροι, / περήφανοι μου στίχοι / στο ραζακί, το τραγανό / και στο σγουρό αϊτονύχι”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀητονύχι:  /τὸ/ (ἀετὸς-ὄνυξ) = ποικιλία λευκῆς φαγωσίμου σταφυλῆς μὲ . . . Περισσότερα

ἀθάλη -ι

Ἀθάλη -ι:  /ἡ, τὸ/ = αἰθάλη, κατάλοιπον καύσεως, τσίμπλα φυτιλιοῦ. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Ἀθάλη (αἰθάλη) λέγεται ἡ ἕνεκα τοῦ καπνοῦ καὶ τῆς ἐπισωρεύσεως ἀπεσβημένη ἀνθρακιά, καὶ μάλιστα τῶν φούρνων. – φρ. σῦρε ὄξω τὴν ἀθάλη. – ῥ. ξαιθαλίζω, ξαιθάλισε = ἀναζωπύρησον. Τοῦτο δὲ γίνεται διὰ τοῦ σουδαύλου (συδαύλου) . . . Περισσότερα

αθάρι (επίρρ.)

όταν η εντύπωσή μας για κάτι είναι επισφαλής, όταν μας φαίνεται πως αναγνωρίζομε κάποιον: “Μου φαίνεται πως τον φέρνω αθάρι, λες να ΄ναι αυτός”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀθάρι:  /ἐπίρ./ (ἀθρέω, αἴθρη) = ἐντύπωσις ἁμυδρᾶς ὁμοιότητος, ἁμυδρὰ ἀναγνώρισις. «σὰν καὶ τόνε φέρνω ἀθάρι». Tα Λευκαδίτικα – . . . Περισσότερα

άθελα (επίρρ.)

αθέλητα, χωρίς πρόθεση: “άθελά μου σε πάτησα”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἄθελα:  /ἐπίρ./ (ἀ-θέλω) = ἀθελήτως, ἀκουσίως, χωρὶς πρόθεσιν. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

αθεμωνιά ή αθημωνιά

σωρός από δέματα σιταριού, κριθαριού ή άλλων δημητριακών, σιμά στ΄ αλώνια, προκειμένου να φυλαχτούν, όταν έρθει η σειρά τους. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀθεμωνιὰ:  /ἡ/ = θημωνία, στιβὰς δεμάτων σίτου ἤ ἄλλων δημητριακῶν ἐν ἀναμονῇ τοῦ ἁλωνισμοῦ . Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Ἀθεμωνιά καί θεμωνιά . . . Περισσότερα

αθέρα (η)

το γένι του σταχυού, κοινώς μουστάκι – άγανο (αγάνι). Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀθέρα:  /ἡ/ (ἀθήρ) = τὸ ἄγανον (τὸ γένι) τοῦ στάχυος. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

αθέρας (ο)

η κοφτερή άκρη του ξυραφιού, μαχαιριού, σπαθιού, κ.λπ. “έδωκες μιαν αχτίδα σου (ο Πλάστης) αθέρα στο σπαθί μου” (ΒΑΛ. Αθ. Διάκος άσμα Γ΄στ.36). μτφ. = το εκλεχτότερο μέρος κάποιου πράγματος: “εδιάλεξα τον αθέρα” πχ του καφέ, του κρέατος κ.λπ. σε πρόσωπα: “εχάθηκε ο αθέρας των νέων του χωριού” ή “η . . . Περισσότερα

αθερίνα (η)

κοπάδια πολύ μικρών ψαριών, που συχνάζουν στα ήρεμα νερά κολπίσκων. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀθερίνα:  /ἡ/ (ἀθήρ, ἀθερίνη) = σμῆνος μικροσκοπικῶν ἰχθύων διαιτωμένων εἰς γαλήνια ὕδατα ὅρμων. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

αἵρεσ(ι)

Αἵρεσ(ι):  /ἡ/ (αἱρέω) = ἐπίμονος ἐρέθισις. «μ’ σήκωσ’ αἵρεσις». Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης η φράση: “μου σήκωσε αίρεση” είναι φαίνεται καθαρά δική μας, καρσάνικη. Οι Λάζαρης και Κοντομίχης καταγράφουν τον τύπο της παθητικής μετοχής, ρεσεμένος (αιρεσεμένος), ο κακομαθημένος, ο ιδιότροπος, με αναφορά ο δεύτερος και στο ουσιαστικό αίρεση ως . . . Περισσότερα

ακ(ου)μπίστρα (η)

επιστήριγμα, ακουμπιστήρι, ράβδος, η θέση οπουδήποτε μέσα ή έξω από το σπίτι, για προσωρινή ανακούφιση κουρασμένου ή ανάπηρου: “Ηύρα μια καλή ακ΄μπίστρα και ξανάσανα …” – “Αυτή η ελιά είναι μια καλή ακουμπίστρα…”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀκ(ου)μπίστρα:  /ἡ/ (Λ. accumbo) = πρᾶγμα ἤ τόπος κατάλληλος . . . Περισσότερα

ακαγιά (η)

μισοκαμένο ξύλο. Η λέξη χρησιμοποιείται κυρίως στα καρβουνοκάμινα, όπου μένουν μισόκαυστα ξύλα: “Καλά πήγε το καμίνι, μου έμεινε όμως κάτι ακαγιές και λίγα άκαα…”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀκαγιὰ:  /ἡ/ (ἀ-καίω) = ἡμίκαυστον ξύλον ἤ προϊὸν ἀνθρακοκαμίνου, πρᾶγμα μαυρισμένον ὅπως τὸ ἡμίκαυστον ξῦλον. Tα Λευκαδίτικα – . . . Περισσότερα

ακαμάτης -τρα

ο φυγόπονος, ο τεμπέλης παροιμίες: “Της ακαμάτρας το παιδί / ζόρκο μόρκο περβατεί” – “Με το νου πλουταίνει η κόρη, με τον ύπνο η ακαμάτρα” – “ακαμάτης νέος, γέρος διακουνιάρης” – “η ακαμασία του σπιτιού ξεθεμελιώτρα” – “ο ακαμάτης κάθε μέρα τόχει γιορτή” – “της ακαμάτρας η κλωστή ή κοντή . . . Περισσότερα

ακλαδαριά (η)

ακλάδευτο κλήμα, μεγάλη βέργα σ΄ ακλάδευτο αμπέλι. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀκλαδαριὰ:  /ἡ/ (ἀ-κλαδεύω) = ἐκτεταμένος κλάδος ἀκλαδεύτου κλήματος. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

ακλερίτης -ισσα

ο άτεκνος, αυτός που δεν έχει κληρονόμους: οι ακλερίτες μειονεκτούν κοινωνικά και θεωρούνται γενικά τσιγκούνηδες: “Τι; τις τσιγκουνιές άρχισες; Κειό δεν είσαι ακλερίτης …”, λέμε. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀκλερίτης:  /ὁ/ (ἀ-κλῆρος) = ὁ μὴ ἔχων κατιόντας κληρονόμους, ὁ ἄπαις, ὁ ἄτεκνος. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος . . . Περισσότερα

ακομπανια(σ)μέντο (το)

μουσική υπόκρουση σε τραγούδι ή και σε απαγγελία. (ακομπανιασμέντο) Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀκομπανιαμέντο:  /τὸ/ (Ἰ. accompagniare) = μουσικὴ ὑπόκρουσις εἰς ἆσμα ἤ ἀπαγγελίαν. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης