Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλα τα λήματα από Μπολίτσα στο χρόνο

αϊτέρι (το) και ἁϊταίρι

το άλλο μέρος του ζεύγους, δύο ομοίων πραγμάτων, αλλιώτικα και περιφρ. : “Έχασα το κουμπί και δεν βρίσκω ταίρι του”. Σε ανθρώπους και ζώα: ‘Έχασε ο δυστυχής το αϊτέρι του” (τη γυναίκα του). Λένε πως, αν σκοτώσουν το ταίρι μερικών πουλιών, όπως του τριγωνιού, πεθαίνουν. Τραγούδι του γάμου: “Ωραία πουν΄ . . . Περισσότερα

αναπιάζω -νω

κάνω την προπαρασκευαστική εργασία για το ζύμωμα του ψωμιού. Λιώνω το προζύμι και το ανακατεύω με αλεύρι για ζύμωμα. “Αναπιάζομε τα προζύμια της νύφης” ή “τα προζύμια του γαμπρού”. Είναι κοινή η φράση και πασίγνωστη: “αναπιάζω προζύμι”. Δημ. τραγ. : “Φκήσου με, μάνα μ΄, φκήσου με στο δόλιο μου προζύμι, . . . Περισσότερα

ανοιώ

ανοίγω. “Ανοιώ μονάχος μου, δε θέλω βοήθεια”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀνοιῶ: ἀνοίγω (κατὰ συγκοπὴν τοῦ γ). Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Παιδικό ταχτάρισμα από το Μεγανήσι: “Ανεβαίνω στη συκιά και πατώ στην καρυδιά και φωνάζω κούι-κούι και κανένας δεν μ΄ ακούει. Σαν ανοιώ και μπαίνω μέσα, . . . Περισσότερα

αντένα (η)

κεραία πλοίου, ανεμόμυλου, ασυρμάτου, ραδιοσταθμού κτλ. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀντένα: /ἡ/ (Ἰ. antenna) = κεραία ἱστοῦ ἥ ἀνεμομύλου, μπαλαίνα ὀμβρέλλας. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης ἀντένα (ἡ): κεραία ἱστοῦ, (BEN. antèna). Λεξικό Ιδιωματικών Οικοδομικών Όρων – Χαρά Παπαδάτου ­Ἀντένα = οἱ ἀκτίνες τοῦ ἀνεμόμυλου, ἤ . . . Περισσότερα

ἀπαντοχὴ

Ἀπαντοχὴ:  /ἡ/ (ἐπί, ὑπό, ἀντὶ-ἔχω) = προσδοκία, ἐλπίς, ἀναμονή. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Από τραγούδι του γάμου (Μεγανήσι) – λεγόταν όταν χόρευε η πεθερά της νύφης. “Μια νυφη και μια πεθερά χορεύανε σιγά σιγά και τ΄ς έσερναν το χορό όλο το συμπεθεριό Το μαντήλι της κουνούσε και τα χέρια . . . Περισσότερα

απίστομα (επίρρ.)

μπρούμυτα, με το πρόσωπο κάτω ΒΑΛ.  Ευθ. Βλαχάβας, το λείψανο, στιχ. 1-2: “Τρεις μέρες μέσ΄ στα Γιάννενα σέρνουνε το κορμί σου / τ΄ ανάσκελα, τ΄ απίστομα και το ποδοκυλούνε”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀπίστομα: /ἐπίρ./ (ἐπὶ-στόμα) = πρηνηδόν, πρηνής, προύμητα. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    . . . Περισσότερα

απλάδι (το)

κρεβατοσκέπασμα μάλλινο, σαν καρπέτα περίπου, αλλά πιο ελαφρό. Έχει πολύπλοκο και πολύ όμορφο διάκοσμο. Τα απλάδια υφαίνονται στο σπιτικό αργαλειό στημόνι – φάδι μάλλινο, ή στημόνι μπαμαπκερό και φάδι μάλλινο. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀπλάδι: /τὸ/ (ἁπλοῦς, ἀπλόω) = ἐγχώριον ἐλαφρὸν μάλλινον κλινοσκέπασμα. Tα Λευκαδίτικα – . . . Περισσότερα

αποκρισάτορας (ο)

αυτός που κάνει μικρές απόκρισες, μικρά θελήματα, ο κομιστής μιας παραγγελιάς. “Επήγε αποκρισσάτορας”. μοιρολόι: “Καλός αποκρισάτορας πάει στον κάτω κόσμο / κι όπ΄ έχει λόγο να του πει και να του παραγγείλει”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀποκρ(ι)σάτορας: /ὁ/ = ὁ ἐκτελεστὴς μικροεντολῶν, θελημάτων. Tα Λευκαδίτικα – . . . Περισσότερα

αποσταίνω

κουράζομαι, αποκάμνω. Επί γερόντων, απόστασα =εγέρασα ΒΑΛ. Ο Δήμος και το καρυοφίλι του, στιχ. 1-2: ” … και τώρα αποσταμένος θέλω να πάω να κοιμηθώ”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀποστένω καί Ἀποσταίνω: (ἀπὸ-σθένω) = καταπονοῦμαι, εἶμαι κατάκοπος, άποκάμνω. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Από τραγούδι γάμου (Μεγανήσι) – . . . Περισσότερα

βόα (η)

Η “βόα” είναι τραγούδια τρατολόγων “λαμνοκόπων” (=κωπήλάτες). Για να κρατούν τον ρυθμό στο κουπί αλλά και για να μην υπολογίζουνε την κούραση φκιάνανε στιχάκια σατυρικά, ερωτικά. Στα πανηγύρια, επειδή λοιπόν οι οργανοπαίκτες τραγουδούσαν με το στόμα και οι γυναίκες χόρευαν γυναικείο χορό, τα τσιλίμπρια, οι άντρες είχαν αντρικό χορό τη . . . Περισσότερα

βραγιές

σειρά από φυτεμένα φυτά ίδιας ποικιλίας Γλωσσάριο Κ. Πατρίκιου Από τραγούδι του γάμου (Μεγανήσι) – λεγόταν όταν η νύφη έφευγε από το πατρικό της. Στεκόταν στην πόρτα περίπου μισή ώρα και της τραγουδούσαν. ” … Βραγιές, βραγιές βασιλικός να πέφτεις να κοιμάσαι, να κόβεις να μυρίζεσαι και μένα να θυμάσαι” . . . Περισσότερα

γαμόπιτα (η)

Πρόκειται για τη λαδόπιτα που περιπαικτικά τη λένε έτσι (μεγανήσι), όταν φτιάχνεται για τις ανάγκες του γάμου. Σε αυτήν την περίπτωση, έχει οπωσδήποτε από πάνω, εκτός από το σουσάμι, το ολόκληρο αμύγδαλο σε κάθε φελί και ζάχαρη. Μπολίτσα στο χρόνο

γκόλφι (το)

πράγμα πολύτιμο και πολύ αγαπητό, τιμαλφές. Φράση: “Την έχει γκόλφι και σταυρό”. Λέγεται και γκόρφι. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Γκόλφι /τὸ/ (ἐγκόλπιον) = κόσμημα, τιμαλφές, προσφιλές. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Μοιρολόι από το Μεγανήσι: “Μαυρέτα μου τον πόνο σου πού να τονέ πιθώσω; Να τον . . . Περισσότερα

διάστρα (η)

σύνεργο του διασιδιού. Πρόκειται για σειρά από χοντρά καλάμια, που είναι γιομισμένα με νήμα, στο χρώμα που κάθε φορά θέλουν οι νοικοκυρές και διευθετημένα ως εξής: Στο κάθε καλάμι είναι περασμένη μια σιδερόβεργα, οι άκρες της οποίας δένονται σε κάθετα σκοινάκια και σε ορισμένη απόσταση. Τα καλάμια της διάστρας, που . . . Περισσότερα

καδή(ε)να (η) και καδίνα (ἡ)

αλυσίδα – καδένες (καδήενα) υπάρχουν σε μεγάλη ποικιλία, από τις χοντρές ασφαλείας μέχρι τις λεπτότατες, χρυσές η ασημένιες, γυναικείες ή αντρικές, διακόσμησης. Καδένες στα παλιά ρολόγια (οι Αμερικάνοι), καδένες στα γελέκια τους οι παλιοί χωρικοί, καδένες στους λαιμούς τους οι γυναίκες (και με σταυρό στη μέση). Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού . . . Περισσότερα

καλάδα (η)

το ρίξιμο της τράτας στη θάλασσα για ψάρεμα και το τράβηγμα της τράτας έξω μετά το ψάρεμα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Καλάδα /ἡ/ (Ἰ. calare-ata) = περιοχὴ τῆς θαλάσσης κατάλληλος πρὸς ἁλιείαν διὰ τράτας, ἡ καθέλκυσις καὶ ἀνέλκυσις τῆς τράτας εὶς τὸ πέλαγος πρὸς ἁλιείαν. Tα . . . Περισσότερα

καντάρι ή στατέρι (το)

ζυγαριά με μακρύ στέλεχος και ένα δίσκο ζυγίσματος. Το καντάρι είναι ο λεγόμενος “ρωμαϊκός ζυγός”. Το καντάρι ήταν σε χρήση στη Λευκάδα μέχρι πριν από 3-4 δεκαετίες.* . Μερικοί το χρησιμοποιούν ακόμα με επικρατέστερη ονομασία στατέρι. Σε κτγρ. του 1851: “και ένα παλιοστάτερο”. φράσεις: “Δεν σε σ΄κώνει ή δε σε . . . Περισσότερα

κάρινος -η -ο

από ξύλο καρυδιάς φκιαγμένο. Καταγρ. του 1851: “κομός κάρινος” – 1748: “κασέλλα κάρινη”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης κάρινος (ὁ): ἀπό ξύλο καρυδιᾶς. Λεξικό Ιδιωματικών Όρων — Χαρά Παπαδάτου Από τραγούδι του γάμου (Μεγανήσι): ” … Κάρυνο είναι το σκαφίδι και μεταξωτή είν΄ η σήτα και πανώρια η . . . Περισσότερα

κλωνά (η)

η κλωστή, κυρίως η λεπτή κλωστή μπαλώματος ή κεντήματος. Παροιμία: “Κάμε κόμπο στην κλωνά σου, μη χαθεί η βελονιά σου”. Προοίμιο παραμυθιών: “κόκκινη κλωστή δεμένη, στην ανέμη τυλιγμένη”. φράσεις: “Πέρασέ μου την κλωνά στο βελόνι, καμάρι μου, πο ΄χεις γερά μάτια” – “Κουνιέται το γαρύφαλλο, κουνιέται και τ΄ ασήμι, κουνιέται . . . Περισσότερα

κορνιόλα (η)

είδος παλαιού δαχτυλιδιού με φαρδιά επιφάνεια με χρωματιστή σκαλιστή πέτρα. πέτρα δαχτυλιδιού με σκαλιστά διάφορα Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Κορνιόλα /ἡ/ (κρανιόλειον, Ἰ. corniola) = ἀρχαϊκὸς δακτυλιόλιθος μὲ σκαλιστὴν παράστασιν, ἀντίκα. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης Από τραγούδι του γάμου (Μεγανήσι), λέγοταν σε μοναχογιό από τους . . . Περισσότερα

λεχάρι (το)

ωραίος, καμαρωτός, σωματώδης άνθρωπος, αλλά και γενναίος. “Είναι λεχάρι, παλικάρι, θεριό”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Λεχάρ(ι) /τὸ/ (Ἰ. leccare) = ἡδονικός, εὐχάριστος, ἀπολαυστικός. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης Λεχάρι = νέος ἀκμαῖος καί πολύ ἀδύνατος, θηρίο, αὐτός εἶναι λεχάρι, (εἶναι θεριό). Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – . . . Περισσότερα

μ(ου)νούχι (το)

ο ευνουχισμένος τράγος ή κριάρι. φράση: “Πάρε, κουμπάρε, να νιώσεις τι τρως, είναι μουνούχι, μοσκοβολάει“, λένε οι χασάπηδες διαφημίζοντας τα σφαγμένα τραγιά. Το ρήμα μουνουχίζω. Ο ευνουχισμένος κόκορας λέγεται καπόνι. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μουνοῦχι /τὸ/ = εὐνουχίας, εὐνουχισμένος, ἀποτετμημένος τοὺς ὄρχεις. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης . . . Περισσότερα

μεσάλι (το)

τραπεζομάντηλο. Τα μεσάλια είναι δύο ειδών: τα ταβλομέσαλα (=της τάβλας) και τα πόρτιγου (=του σαλονιού). Τα πρώτα είναι λινά, μπαμπακερά και μεταξωτά, κεντημένα ή σκέτα. Τα “καλά” είναι γύρω-γύρω στολισμένα με μέρλο ή κρόσσια. Του πόρτιγου είναι κεντημένα με ασπροκεντιά και πλατιούς μέρλους που απολήγουν σε φούντες. Σε καταγραφή βρίσκομε: . . . Περισσότερα

μπαγιεράκι (το)

σημαία με μαντήλι κόκκινο, μεταξωτό, μποκέ ανθέων και εύοσμων χόρτων και από πάνω στην κορυφή ένα ρόδι, στερεωμένο σε καλάμι 4-5 μέτρων. Το στήνουν το Σάββατο το βράδυ, (πριν το γάμο) στο σπίτι του γαμπρού. (Μεγανήσι) Συνοδεύεται από την ευχή της μάνας του: Ευκήσε με μανούλα μου, τώρα στο φλάμπουρό . . . Περισσότερα

μπαϊρακτάρης

σημαιοφόρος, ο κρατών το μπαγιεράκι, φέρων στο δεξιόν του ώμον μεταξένιο μαντήλι, κρεμάμενον ολοχρώματον ως σημαία, στην πομπή του γαμπρού. Το μαντήλι έχει δεμένο το κουλούρι απο την τρύπα. Προηγείται της πομπής του γάμου. Πριν τη σημαία πάνε τα στέφανα και δεν πρέπει κανείς να γυρίσει να κοιτάξει πίσω. Όλη . . . Περισσότερα

μπόλια (και ομπόλια) (η)

Λέξη που χρησιμοποιούνταν παλιότερα με διπλή έννοια: 1) μπόλια = κεφαλόδεσμος, μαντήλι του κεφαλιού, αντρών και γυναικών, και 2) μπόλιες σκουπίσματος. Συχνά έκαναν διάκριση λέγοντας “ομπόλιες του προσωπου”. Σε προικοσ. του 1842 βρίσκομε: “ομπόλιες του προσώπου δώδεκα”. Τις μπόλιες για σκούπισμα τις έλεγαν και σφογγόμπολες. Σε προικοσύμφ. του 1706: ” . . . Περισσότερα

μπολίτσα

Μπολίτσα βλ. λ. πολίτσα. κόγχη, εσοχή μικρών διαστάσεων Μπολίτσα στο χρόνο

νιόφωτο (το)

το νέο ζευγάρι μετά το στεφάνωμα, νιόπαντροι. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Από τραγούδι του γάμου (Μεγανήσι) – λέγεται στο χορό της πεθεράς με τη νύφη “Στου καλού γαμπρού το γόνα κάθονται δυο χελιδόνια τόνα λαλάει, τ΄ άλλο παίζει, τ΄ άλλο τραγουδάει και λέει: Τέτοιο νιόφωτο δεν είδα. . . . Περισσότερα

π(ι)θώνω

Πιθώνω (ἀπὸ-τίθημι) = ἀποθέτω, φυλλάσω, τοποθετῶ. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Απόσπασμα από μοιρολόι του Μεγανησίου “Μαυρέτα μου τον πόνο σου πού να τονέ πιθώσω; να τον πιθώσω στα κλαριά, τον παίρνουν τα πουλάκια, να τον πιθώσω στο τρίστρατο, τον παίρνουν οι διαβάτες. …” Μπολίτσα στο χρόνο

παντοχιά (η)

Απόσπασμα από βόα μεγανησιώτικη “… Κι όταν θα με περάσουνε από τη γειτονιά σου, σκούξε και βγάλε μια φωνή, πάει η παντοχιά σου…” Μπολίτσα στο χρόνο βλ. και απαντοχή

Click to listen highlighted text!