Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλα τα λήματα από Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος

αγανιά

απρεπής πράξη, υπερβολική κατακριτέα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀγανιἁ:  /ἡ/ (ἄγαν, ἄγνυμι) = πρᾶξις ἐπίμεμπτος, ὑπερβολή, ἀπρέπεια. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

αγανός (ο)

αραιός, απαλός. Λέγεται επί αραιών υφασμάτων ή και πλεκτών ακόμη, πρόχειρης κατασκευής. Λέμε: και σήτα αγανή Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀγανὸς -ὴ -ὸ:  (ἄκανος, ἄγνυμι) = τραχύς, ἀραιὸς εἰς τὴν ὕφανσιν, ὕφασμα ἤ πλεκτὸν ἀμφιβόλου τέχνης καὶ στερεότητος. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

αγάντα (επιρρ.)

Ναυτικός όρος, προστακτική του ρήματος αγαντάρω που πήρε την σημασία επιρρήματος = δύναμη, αντίσταση. Φράσεις: “κάνε αγάντα” = πιάσου και κρατήσου καλά ή απλή παρακέλευση: “αγάντααα…” = βάστα καλά. Στα λιμάνια αγάντες λένε τους στύλους ή πασσάλους που δένουν τα πλεούμενα: “έχει πολλές αγάντες εδώ ο μώλος”. Έχει την σημασία . . . Περισσότερα

αγαντάρω

ναυτικός όρος = καταβάλλω κάθε προσπάθεια να πλησιάσω κάπου ή και να αποφύγω κάτι: “αγάντα τον κάβο”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀγαντάρω: (Ἰ. agguantare) = ἐντείνω τὰς δυνάμεις νὰ πλησιάσω ἤ ἀπομακρυνθῶ ἀπό τινος πράγματος (ναυτικὸς ὅρος). Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

αγαπώ

με την έννοια του θέλω, επιδιώκω: “τι αγαπάς;” = τι ζητάς; ή “όπως αγαπάς” = όπως θέλεις, όπως επιθυμείς.

αγάρα (η)

ασυνειδησία, πονηρή τακτική, ανειλικρίνεια, απάτη, φιλονικία. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀγάρα:  /ἡ/ (Ἰ. acciare) = ὑπεκφυγή, ἀνειλικρίνεια, ἐξαπάτησις. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

άγαρμπος (ο)

άκομψος, άχαρος, άσχημος. Αυτός που δεν έχει γάρμπος (κομψότητα). Λέμε: “άγαρμπο σπίτι”, “άγαρμπα ρούχα” αλλά και “του τα πες άγαρμπα”, “του φέρθηκες άγαρμπα”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἄγαρμπος -η -ο: (ἀ –  Ἰ. garbo) = ἄκομψος, ἀκαλαίσθητος, ἄσχημος. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

αγγειό (το)

σκεύος ποικίλης μορφής και χρήσης. Έχει και μεταφορική έννοια, υποτιμητικά, “είσαι καλό αγγειό και λόγου σου”, “αυτός είναι κακό αγγειό” = ύπουλος, καταχθόνιος. Για τα άτακτα παιδιά λέμε: “δεν κάνει τ’ αγγειό σου καλό νερό” κλπ. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Αγγείον, οικιακό σκεύος, ουροδοχείο ή αλλιώς . . . Περισσότερα

αγγέλικα

βοτάνι αιγιοπόδιον το ποδαγρικόν, κοινώς σέσελι ή αγγελική. Από τη σειρά βιβλίων “Λαογραφικά της Λευκάδας” του Πανταζή Κοντομίχη

αγγελοκρούζω

προξενώ σε κάποιον πόνους  το παθητικό αγγελοκρούζομαι = φοβάμαι πολύ. “Μόλις τους είδα αγγελοκρούστικα”, εξού και η κατάρα, “μωρέ αγγελοκρουζμένο που ‘να μ΄ εύρει ο χρόνος”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀγγελοκρούζω:  (ἄγγελος – κρούω) = προκαλῶ δριμὺν καὶ αἰφνίδιον πόνον, αἰφνιδιάζω, τρομοκρατῶ. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος . . . Περισσότερα

αγδίζω

αισθάνομαι αηδή γεύση, τρώγοντας ή πίνοντας κάτι. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀγδίζω:  (ἀηδίζω) = αἰσθάνομαι γεῦσιν μεταλλικήν, ὑπόξεινον ἤ ἀηδῆ. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

αγένωτος -η, -ο

άγουρος. “τα σύκα είναι ακόμα αγένωτα” – “το ψωμί είναι αγένωτο”, – “η σαρδέλα (της λάτας) είναι αγένωτη” κλπ. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀγένωτος -η -ο:  (ἀ-γίγνομαι) = ἄωρος, ἀκατάλληλος ἀκόμη πρὸς χρῆσιν δι’ ἔλλειψιν ἐπαρκοῦς ἐπεξεργασίας (ζυμώσεως, ἁλατισμοῦ). Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Ἀγένωτος § . . . Περισσότερα

αγερικό (το) ή αερικό

τα κάθε λογής δαιμονικά και ξωτικά. Λέμε: “τον χτύπησαν τα αγερικά και έπεσε του θανατά…” Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀγερ(ι)κὸ:  /τὸ/ (ἀὴρ) = κακοποιὸν πνεῦμα προσβάλλον αἰφνιδίως τὴν ὑγείαν (δεισιδαίμων πρόληψις αἰτιολογοῦσα βαρείας τινὰς παθήσεις ὡς τὴν ἀφασίαν, ἴλιγγον, παραλήρημα κ.τ.τ.).  Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

αγερισά (η)

η εξαφάνιση κάποιου χωρίς λόγο, ξαφνικά. “Πάει στ’ ν’ αγερ(ι)σά” Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀγερ(ι)σὰ: /ἡ/ (ἀ-γυρόω) = ἀναχώρησις ἀνεπίστρεπτος, ἐξαφάνισις. «πάει στν ἀγερσά». Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

αγιασμός (ο)

το βότανο, η μέντα η μυριστική και η ιαματική. “το ζουμί του να το πίνει με ξύδι, κρατεί το αίμα από κάτω, σκοτώνει τις λεβίθες”. Χειρόγραφο γιατροσόφι.

αγιόκλημα (το)

φυτό αναρριχώμενο του κήπου και του αγρού. Αναδίνει εξαίσια και λεπτή ευωδιά, βγάζοντας άνθη άσπρα, κυρίως, αλλά και κόκκινα. Δεν λείπει από κανέναν περιποιημένο κήπο ή περιβόλι στην Λευκάδα, με παράδοση αιώνων, όπως και πολλά άλλα “παραδοσιακά λουλούδια”. “όπου επρασίνιζε πυκνός ο νύλακας, το μύρτο/τ΄αγίκλημα, η μελετινή…” Αρ. Βαλαωρίτης – . . . Περισσότερα

αγιομαυρίτης -ισσα

ο κάτοικος της Αγίας Μαύρας (Λευκάδα). βλέπε “μπουρανέλλος” Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἁγιομαυρίτ(η)ς -σα:  = ὁ ἐκ τῆς πόλεως Ἁγίας Μαύρας. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

αγιούλι (το)

το φυτό ίον το εύοσμον. Δημοτικό τραγούδι: “αγιούλια είν΄τα μαλάκια σου κι όθε και αν πας μυρίζουν όθε περάσεις και σταθείς, αντρόγενα χωρίζουν” Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Άγιοῦλι:  /τὸ/ = ἴον, μανουσάκι, μενεξές. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Ἀγιοῦλλι § τὸ ἴον. Σημ. Ἐγένετο ἐκ τοῦ . . . Περισσότερα

αγιουλιά (η)

το φυτό που παράγει τ’ αγιούλια. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀγιουλιὰ:  /ἡ/ = τὸ φυτὸν ποὺ παράγει τὸ «ἀγιούλι». Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

αγιουλίσιος -α, -ο

έχει το χρώμα του αγιουλιού. “μελάνη αγιουλίσια”. “αγιουλιά εσαλεύανε του λιναριού τα πεύκια (υφαντά) κάτω” Άγγελος Σικελιανός: Αλαφροΐσκιωτος, 824

ἀγιοῦτο (ἀϊοῦτο)

αγιούτο = βοήθεια. “δώστε του ένα αγιούτο να ξελασπώσει το κάρο” – “δώστε του ένα αγιούτο μη λάχει και αλλάξει δρόμο”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀγιοῦτο (ἀϊοῦτο):  /τὸ/ (Ί. aiuto) = αὐτοπρόσωπος καὶ ἄμεσος βοήθεια, συναρωγή, ἐνίσχυσις. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

αγκαθός (ο)

κομμάτι καρβελιού, αγκαθωτό και από γωνία. “φάγε αγκαθό να σ’ αγαπάει η πεθερά σου”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀγκαθὸς:  /ὁ/ (ἀ – κανθός, ἄκανθα) = τεμάχιον ἄρτου «καρβελιοῦ» κοπτόμενον ἐλλειψοειδῶς ἀπὸ τὴν ἐξωτερικὴν περιφέρειαν. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Από την αρχαία λέξη κανθός με . . . Περισσότερα

αγκελώνω ή αγκυλώνω

κεντώ κάποιον με μυτερό αντικείμενο, βελόνι, αγκάθι κλπ. “πήγα να κόψω ένα τριαντάφυλλο και αγκελώθηκα”, “έκοβα βάτα και αγκελώθηκα”. Μεταφορικά: “τα λόγια αγκέλωσαν την καρδιά μου”, “τα αγκάθι που αγκελώνει δεν φαίνεται (για τους ύπουλους που μας κάνουν κακό αναπάντεχα και αιφνίδια)”, “η αγάπη είναι αγκάθι π’ αγκελώνει την καρδιά . . . Περισσότερα

αγκερίδι (το)

μικρή βελόνα πλεξίματος με αγκιστροειδή άκρη (αιχμή). Με το αγκερίδι, πλέκουν δαντέλες, μπέρτες κ.α. πλεκτά ενδύματα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀγκερίδι:  /τὸ/ (ἀγκυρίδιον) = βελονάκι κεντήματος μὲ κυρτὴν αἰχμήν. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Ἀγκερίδι = βελονάκι κεντήματος. Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

Click to listen highlighted text!