Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλα τα λήματα από Λεξικό Ιωάννη Σταματέλου

χουγιάζω

Χ(ου)γιάζω (ἰάχω, ἰύζω, Τ. οὔϊ, Σ. οὐγιὰμ) = φωνάζω ἐξ ἀποστάσεως, φωνάζω δυνατά, ἐπιπλήττω ἐντόνως: «μ’ ἐχούϊαξε». Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Χουγιάζω § φωνάζω δυνατά. Π. Τί χουγιάζεις ἔτσι καὶ μ᾿ ἐξεκούφανες; Σημ. Ἡ λ. εἶναι πεποιημένη ἐκ τῶν φωνῶν χούϊ χούϊ (= ἰού, ἰού) ὁ παρ᾿ ἐμοὶ ἀνέκδ. . . . Περισσότερα

χουμάω

Χουμάω (χῦμα, χυμάω, χώομαι) = ἐπιτίθεμαι ἀκαθέκτως, ἐπιπίπτω ὁρμητικῶς. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Χουμάω § ὁρμῶ. Π. μαῦρο λιθάριν ἅρπαξε κῂ ἀπάνου του χουμάει (ᾆσμ. 8). Σημ. Ἐκ τοῦ χύμα (= χεῦμα = ῥοὴ = ὁρμή. ἰδ. Σύλλ. 14). Σύλλαβος – Ιωάννου Σταματέλου

χώρα

Χώρα πόλις πρωτεύουσας ἐπαρχίας. Ἐκ τούτου ὁ Χωραΐτης.  Σημ. Ὁ Βυζ. παραλείπει τὴν σημασίαν ταύτην.

χωραΐτης

Χωραΐτης ὁ ἐκ τῆς πόλεως πρὸς διαστολὴν τῶν ἐν ταῖς κώμαις οἰκούντων, οὓς χωριάτας καλοῦμεν. ἰδ. χώρα

ψάνη (η)

μεστωμένα στάχυα, χλωρά ακόμα που τα μαζεύουν στην κατάλληλη εποχή και τρώνε τον μεστωμένο καρπό σιταριού καψαλίζοντας τα γένια των σταχυών στην φωτιά. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ψάνη /ἡ/ (πτίσσω, ἔψω) = δέσμη χλωρῶν σταχύων μεστοῦ σίτου ψηνομένη ἐλαφρῶς εἰς τὴν πυρὰν πρὸς βρῶσιν. Τα Λευκαδίτικα . . . Περισσότερα

ψάχαλο

Ψάχαλο, ἰδ. τσάχαλο. Σημ. Ἐκ τοῦ ψήχω = λεπτύνω τι, καθιστῶ αὐτὸ ἄχρηστον.

ψέλνω

Ψέλνω § ψάλλω, μωρολογῶ. Π. τί ψέλνεις; δημοσιεύω τὰ κακά τινος. Π. Κύτταξε μὴ μὲ κάμῃς καὶ σ᾿ τὰ ψέλνω· καὶ ἑπομένως ἐξυβρίζω. Σημ. Ὁ Βυζ. γρ. μόνον ψάλλω, ἀγνοῶν καὶ τὰς σημασίας ταύτας

ψένω

Ψένω § ὀπτάω. Μ. βασανίζω τινά. Π. τὸν ἔψησεν ἡ ἀρρώστια τριτοπρόσ. Ψένει § εἶνε θερμός. Π. τὸ χέρι σου ψένει. Σημ. Ἐκ τοῦ ἕψω κατὰ μετάθεσιν τοῦ ε ψέω § ἐπενθέσει τοῦ ν (Σύλλ. 11) ψένω. Κακῶς λοιπὸν οἱ πλεῖστοι τῶν λογίων γρ. ψήνω νομίζοντες τοῦτο ἑλληνικώτερον.

ψηχαλίζει

Ψηχαλίζει ἀπρόσ. § βρέχει ὀλίγον, ψεκάζει. Μ. νυστάζει. Π. ψυχαλίζουσι τὰ ᾿μάτια μου = νυστάζουν. ΚΝ. Σημ. Ἐκ τοῦ ψεκάζω = ψηκάζω = ψηχάζω καὶ ἐπενθέσει τῆς συλλαβῆς λι ψηχαλίζω κατὰ τὰ ἀλλήλων ἐκ τοῦ ἄλλων ἀλαλκτήριον ἐκ τοῦ ἀλκτήριον κτλ.

ψιμάδι

Ψιμάδι § κυρίως τὸ ὑστρογέννητον ἐρίφιον. Σημ. Ἐκ τοῦ ὄψιμος (Σύλλ. 38).

ψοφολογάω

Ψοφολογάω § κοιμῶμαι. Λέγεται δ᾿ ἡ λ. ἐπ᾿ ὀνειδισμῷ, ὅταν τις κοιμᾶται ὑπὲρ τὸ δέον, ἢ ἐν καιρῷ ἐργασίας. Σημ. Ἐκ τοῦ ψόφος (= φθόρος, θάνατος)· ἄπορον δἐ ἡμῖν τὸ τελευταῖον μέρος τῆς λ. (-λογάω) τίνα σημασίαν ἔχει· μἠ ἆρά γε ἐκ τῦ ἄλογον (= κτῆνος, ζῶον) διότι τὸ ψοφάω . . . Περισσότερα

ψυχή

Ψυχή, § ψυχὴ § τὸ ἄτομον τοῦ ἀνθρώπου. Π. Σήμερα δὲν ἤτανε ψυχὴ ᾿ς τὴν ἐκκλησιά – Τὸ ᾿σπίτι μας δὲ χωράει ἀπὸ τρεῖς ψυχαῖς. ΚΝ.

ὦ, πῶ!

­ Ὦ, πῶ! καὶ πῶ, πῶ! μόρ. θαυμ. Π. ὦ, πῶ! θολοῦρα! πῶ, πῶ! σκοτάδια.

ὥραν τὴν ὥραν

Ὥραν τὴν ὥραν, ἐπίρρ. ὁσονούπω, μετ᾿ ὀλίγον. Π. τὸν καρτερῶ ὥραν τὴν ὥραν ν᾿ ἄρτῃ = τὸν περιμένω ὁσονούπω νὰ ἔλθῃ.

ὤρῃο

Ὥρῃο § καὶ ὡραῖον. Π. εὐκήσου του, μαννοῦλα μου τὤρῃο μου τὸ κρεβάτι (ᾆσμα τοῦ γάμου ἐξερχομένης τῆς προικός). Σημ. Ἐκ τῦ ὡραῖος (Σύλλ. 27). ἡ λ. εὔχρ. παρὰ τοῖς χωρικοῖς.

Click to listen highlighted text!