Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλα τα λήματα από Λεξικό Ιδιωματικών Οικοδομικών Όρων

χαλκιάς (ο)

ο σιδηρουργός, ο χαλκεύς. Στα Πάθη του Χριστού λένε: “Χαλκιά, χαλκιά, φκιάσε καρφιά, φκιάσε τρία περόνια …” Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης χαλκιάς (τό) ὁ σιδηρουργός Λεξικό Ιδιωματικών Όρων — Χαρά Παπαδάτου

χαμώγιο (το)

χαμηλά, ισόγεια σπίτια, χωρίς σανιδωτό δάπεδο, συνήθως μονόχωρα. Στα χαμώγια, στον ενιαίο χώρο, τα ΄βαναν όλα: τα βαγένια με το κρασί, την καπάσα με το λάδι, το σιτάρι, τα όσπρια και κάθε λογής εργαλεία τους. Τέτοιο ήταν και το σπίτι του ήρωα Φωτεινού του ΒΑΛ., στον Κόντρο: “Μέσα δεν είχε . . . Περισσότερα

χάρβαλο (το)

σπίτι χάρβαλο, ερειπωμένο, εξαρθρωμένο. Παροιμία: “Μύλος χάρβαλος” με μτφ. σημασία: ακαταστασία, αναταραχή “στόμα χάρβαλο” = αθυρόστομος, ατσαλόστομος Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χάρβαλο (χεὶρ-βάλλω) = κατεστραμμένος, ἠρειπωμένος, ἐξηρθρωμένος. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης χάρβαλο (τό) ἐρειπωμένο, (ΑΡΧ. χαλαβρός, χαλαρός, ΜΣΝ. χάρβαλον , χάλαβρον). Λεξικό Ιδιωματικών Όρων — Χαρά . . . Περισσότερα

Click to listen highlighted text!