Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλα τα λήματα από Λεξικό Ιδιωματικών Οικοδομικών Όρων

χαμώγιο (το)

χαμηλά, ισόγεια σπίτια, χωρίς σανιδωτό δάπεδο, συνήθως μονόχωρα. Στα χαμώγια, στον ενιαίο χώρο, τα ΄βαναν όλα: τα βαγένια με το κρασί, την καπάσα με το λάδι, το σιτάρι, τα όσπρια και κάθε λογής εργαλεία τους. Τέτοιο ήταν και το σπίτι του ήρωα Φωτεινού του ΒΑΛ., στον Κόντρο: “Μέσα δεν είχε . . . Περισσότερα

χάρβαλο (το)

σπίτι χάρβαλο, ερειπωμένο, εξαρθρωμένο. Παροιμία: “Μύλος χάρβαλος” με μτφ. σημασία: ακαταστασία, αναταραχή “στόμα χάρβαλο” = αθυρόστομος, ατσαλόστομος Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χάρβαλο (χεὶρ-βάλλω) = κατεστραμμένος, ἠρειπωμένος, ἐξηρθρωμένος. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης χάρβαλο (τό) ἐρειπωμένο, (ΑΡΧ. χαλαβρός, χαλαρός, ΜΣΝ. χάρβαλον , χάλαβρον). Λεξικό Ιδιωματικών Όρων — Χαρά . . . Περισσότερα

Click to listen highlighted text!