Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλα τα λήματα από Καρσάνικα Γλωσσικά Ιδιώματα

απίκου, απίκο (επίρρ.)

είμαι έτοιμος, κοντά, στέκω στο στάχυ. “Εγώ είμαι απίκου για να ξεκινήσομε” = τα ΄χω όλα έτοιμα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀπίκου: /ἐπίρ./ (Ἰ. appico) = πρόχειρον, εὔκαιρον, προσηρτημένον. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Είναι το ιταλικό a picco (δυο λέξεις). Αρχικά -λένε οι ειδικοί- . . . Περισσότερα

απίστομα (επίρρ.)

μπρούμυτα, με το πρόσωπο κάτω ΒΑΛ.  Ευθ. Βλαχάβας, το λείψανο, στιχ. 1-2: “Τρεις μέρες μέσ΄ στα Γιάννενα σέρνουνε το κορμί σου / τ΄ ανάσκελα, τ΄ απίστομα και το ποδοκυλούνε”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀπίστομα: /ἐπίρ./ (ἐπὶ-στόμα) = πρηνηδόν, πρηνής, προύμητα. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    . . . Περισσότερα

απλάδαινα (η)

μεγάλη αβαθής (απλιά) σουπιέρα, πήλινη ή πορσελάνινη. Σε χργρ του 1724, ν. 24 (Ιστορικό Αρχείο Λευκάδας) βρίσκομε: “Μια απλάδαινα αγκωνέικη (από την Αγκώνα)” και του 1851: “δέκα απλάδαινες”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀπλάδαινα: /ἡ/ (ἁπλόω-ῶ, Ἰτ. ampliare -iata, Σ. πλαdavj) = μεγάλη πιατέλλα, ἀβαθὴς σουπιέρα. Τα . . . Περισσότερα

απλοκάδι

Τα αποκλάδια (αναγραμματισμός). Αμπελόβεργες κατάλληλες για προσάναμμα (Κοντομίχης). Καρσάνικα Γλωσσικά Ιδιώματα – Δημ. Κατωπόδης

απλύς -ειά -ύ

αβαθύς, λέγεται κυρίως για κουζινικά σκεύη που είναι ρηχά πολύ – πιάτο απλύ -πιατέλα απλειά – απλάδαινα κ.λπ. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἁπλῦς -υὰ -ῦ: (ἀπλόω, ἁπλοῦς) = ἁπλοῦς, άβαθής, ρηχός. «τὸ πιάτο τ’ ἁπλῦ». Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Επίσης απ΄ το  επίθετο απλός . . . Περισσότερα

αποκ(ου)πάω

αναποδογυρίζω κάποιο δοχείο, το αδειάζω. (αποκουπάω / αποκπάω) Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀποκ(ου)πάω: (Ἰ. appie-coppa) = ἀναστρέφω, ἐκκενῶ δοχεῖον δι’ ἀναστροφῆς. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Αναποδογυρίζω την κούπα, ένα δοχείο γενικότερα με περιεχόμενο. Από το λατινικό cupa, ιταλικό coppa. Συνώνυμο το “μπατάρω” (ιταλικά: battere) . . . Περισσότερα

αποκλαμός (ο)

το πλοκάμι του χταποδιού. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀποκλαμὸς: /ὁ/ = ὁ πλόκαμος τοῦ ὀκτάποδος, τὸ πλοκάμι. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Το πλοκάμι του χταποδιού. Μεσαιωνικά πλοκάμιον,, υποκοριστικό του πλόκαμος (ρήμα πλέκω, απ΄όπου και ο πλόκος). Καρσάνικα Γλωσσικά Ιδιώματα – Δημ. Κατωπόδης

αποκολλωμένη (η)

απογοητευτική απάντηση σε πρόταση ή σε αίτηση ή απαίτηση κάποιου. Απόρριψη προτάσεως: “Επήρε την αποκολλωμένη του, κι έφυγε”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀποκολλωμένη: /ἡ/ (ἀπὸ-κολλῶ) = ἀπόρριψις σοβαρᾶς προτάσεως ἢ αἰτήματος (οἶον προτάσεως γάμου κ.τ.τ.) «ἐπῆρε τν ἀποκολλωμένη τ’». Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Από . . . Περισσότερα

απόκριση (η) ή από΄ξη

αποστολή σε μικρής σημασίας δουλειά. “Ψυχή μου, έχεις δουλειά, να σε στείλω σε μια από΄ξη;” – “Τον έστειλα να μου κάμει κάτι απόξ΄σες”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀπόκρ(ι)σι: /ἡ/ (ἀπὸ-κρίνω) = ἡ ἀπόκρισις, ἀπάντησις, μετάβασις πρὸς ἐκτέλεσιν μικροεντολῆς. «τὸν ἔστειλα σ’ ἀπόκρσι». Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος . . . Περισσότερα

αποληώρα (επίρρ.)

πριν από λίγη ώρα, πρωτύτερα, ενωρίτερα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀποληώρα / Ἐποληώρα  : /ἐπίρ./ (οὐ πολλὴν ὥραν) = πρὸ ὀλίγης ὥρας, πρὸ ὀλίγου. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Προηγουμένως, δεν είναι πολλή ώρα, πριν από λίγη ώρα, προ ολίγου. Οι Λευκαδίτες Λάζαρης και Κοντομίχης . . . Περισσότερα

απορριμμένη

Απορριμμένη (σκύλα). Συνηθισμένη παρομοίωση για μια γυναίκα που απόβαλε ή έκανε άμβλωση (έρριξε το παιδί). Έγινε -λέει- σα σκύλα απορρμένη. Ετυμολογικά, αποριγμένη (με απλοποίηση των δυο -ρρ- σε ένα), με ρήμα (εδώ) από(ε)ρίχνω, αρχαίο απορρίπτω (Κριαράς). Ο Σκαρλάτος έχει μετοχή απορριχμένος (με -χ-), αρχαίο “απερριμμένος” (με δύο -μμ-) και θα . . . Περισσότερα

αποσάπουνα – αποσάπ(ου)να

Αποστάγματα της μπουγάδας, απονέρια με τα οποία οι νοικοκυρές “περνούσαν” δεύτερα ρούχα κυρίως ξεσκονόπανα. Το πράσινο σαπούνι ήταν τότε το βασικό απορρυπαντικό, με εργαλεία την τάβλα και το μαστέλο.

αποσεινάδι (το)

το πίτουρο , ο,τι απομένει από σείσιμο του αλευριού με τη σήτα. Παροιμία: “Όποιος ανακατεύεται με τα πίτουρα τον τρώνε οι κότες”. Τα πίτουρα ή αποσεινάδια τα χρησιμοποιούσαν για θεραπευτικούς σκοπούς: “Πίτουρα ζεματισμένα στο τηγάνι και ραντισμένα με οινόπνευμα και βαλμένα σε σακουλάκια, είναι ζεστόν επίθεμα άριστον, δια τα κρυολογήματα”. . . . Περισσότερα

απόφωνο (το)

η φωνή που έρχεται ακαθόριστη από μακριά. Η τελευταία κραυγή ανθρώπου ετοιμοθάνατου. Κατάρα: “Ν΄ ακούσω τ΄ απόφωνά σου, να δώσει ο Θεός κι η Παναγία”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀπόφωνο: /τὸ/ (άπὸ-φωνὴ) = ἡ ὑστάτη κραυγὴ τοῦ βιαίως θνήσκοντος.  Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Κατάρα: . . . Περισσότερα

άραχνος -η -ο

ταλαιπωρημένος, θλιμμένος, αραχνιασμένος: “Μαύρος κι άραχλος είναι ο δυστυχής”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἄραχνος -η -ο: (ἀράχνειος) = ἀραχνιασμένος, ἔρημος, πένθιμος, δυστυχής. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης   “Μαύρα κι άραχλα”, απαντάται στην ερώτηση: “πώς τα βλέπεις τα πράγματα;” Επίθετα από το άραχνος (αράχνη) και μαύρος. Ο . . . Περισσότερα

αρίδα (η)

τρυπάνι διαφόρων μεγεθών. Παροιμία: “Βρήκε η αρίδα το ρόζο”. μτφ. το πόδι του ανθρώπου: “Μάζεψε τις αρίδες σου” – “τέντωσα την αρίδα μου”. Σε χργρ. του 1728 βρίσκομε: “και μια αρίδα”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης ἀρίδα: τρυπάνι, ( AΡX. = ἀρίς). Λεξικό Ιδιωματικών Οικοδομικών Όρων – . . . Περισσότερα

αρλούμπες

Ανόητες κουβέντες (σαχλαμάρες). Πιθανολογείται από το ιταλικό burla, απ΄ όπου αμπούρλα και στη συνέχεια με αναγραμματισμό (συνηθισμένο στη γλώσσα) αρλούμπες, άλλως σαχλαμάρες.

ἀσφελαχτὸς

Ἀσφελαχτὸς /ὁ/ = ὁ ἀσπάλαθος, σφαλαχτός, σπάλαθρον (ἀκανθώδης θάμνος). Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Το φυτό ασπάλιθος, ακανθώδες. “Εκ του φλοιού της ρίζης του οποίου παρασκευάζετο ευώδες έλαιον” (Δημητράκος). Βαλαωρίτης (Διάκος): “Το θρούμπι, την αλιφασκιά, το σφελαχτό, η μυρτούλα” (σελ. 268). Ως αγακθωτό, κατάλληλο για φράκτες. Καρσάνικα Γλωσσικά Ιδιώματα . . . Περισσότερα

αφ΄σκόλογο -α

βωμολοχία, λόγια ντροπής. “Άρχισες τα αφσκόλογα;” – “μη λες αφ΄σκόλογα” = αφύσικα, μη συνηθισμένα, απρεπή λόγια. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀφ(υ)σκόλογο /τὸ/ (ἀ – φύσις – λόγος) = βωμολοχία, ἀσελγὴς φράσις, ἀσελγὴς πράξις. «λέει ἀφσκόλογα», «κάνει ἀφυσκόλογα». Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Όχι το αφουσκόλογα . . . Περισσότερα

ἀφάνος

Ἀφάνος /ὁ/ (Ἰ. affano) = ἆσθμα, δυσφορία, ταραχή. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Λέμε: “μούρτε αφάνος”, χλόμιασα, σχεδόν λιποθύμησα. Το ιταλικό affano, κατά τον Mandeson, σημαίνει ανησυχία, αγωνία, άγχος (εδώ παραπέμπει και ο Λάζαρης). Όμως ο Δημητράκος στη λέξη “αφάνιση” ερμηνεύει: η μεγάλη σωματική κατάπτωση, που εύκολα οδηγεί στο . . . Περισσότερα

ἀφτάντσα

βλ. και αυτάντζα Ἀφτάντσα /ἡ/ (Ἰ. affitare) = μίσθωσις, πάκτωσις ἀγροτικοῦ κτήματος, συγκομιδὴ τοῦ ἐλαιοκαρποῦ ἐπὶ μισθώματι ἐλαίου. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Ο Κοντομίχης το γράφει αυτάντζα.  Προτιμητέα η γραφή με -φ- αφού στα ιταλικά, απ΄ όπου προέρχεται είναι affittantza, εκμίσθωση (αγροτικού κτήματος) ή ενοικίαση. Καρσάνικα Γλωσσικά Ιδιώματα – Δημ. Κατωπόδης  . . . Περισσότερα

αφύσκος -η -ο

αυτός που κάνει αφύσικα πράγματα, ο αηδής, ο λαίμαργος. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀφύσ(ι)κος -η -ο (ἀ – φυσικὸς) = ἀσυνήθης, λαίμαργος, ἀσελγής, ἀηδής. (ἀφύσικος) Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Αφσκιά και αφσκολόγα. Σε απάντηση στον μακαρίτη Λάκη Μαμαλούκα, υποστηρίξαμε πως δεν είναι η λέξη . . . Περισσότερα

άχνα (η)

η μιλιά: “Δεν βγάζει άχνα” = δε μιλάει, δε διαμαρτύρεται καθόλου … “Έπεσε κάτω άπνοος χωρίς να βγάλει άχνα” φράση: “Δεν ακούστηκε άχνα”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἄχνα /ἡ/ (ἀ-χνοῦς, ἄχνη) = χνοῦδι, ἀχνός, πάχνη. «δὲν ἔβγαλ’ ἄχνα» = δὲν έξέπεμψεν οὐδ’ ἀχνόν, δὲν ἐπρόφερε λέξιν. . . . Περισσότερα

βαλαντώνω

Στενοχωρώ -μαι. Το χρησιμοποιούμε πολύ (χωρίς να είναι δικό μας. Ίσως από το αρχαίο βαλ(λ)άντιον. Η γραφή με δύο λλ, νεότερη. Ο Μπαμπινιώτης πιθανολογεί “Η σημασιολογική μεταβολή της λέξης, οφείλεται στη στενοχώρια που προκαλούν οι οικονομικές δυσχέρειες, δηλ. η έλλειψη βαλλαντίου.”. Στα Επτάνησα πάντως έχει ευρύτερη σημασία αν κρίνουμε από . . . Περισσότερα

βαραμέντε ή βεραμέντε (επιρρ)

αλήθεια, πράγματι. Συχνά λέγεται και ειρωνικά: “Βαραμέντε μη δε πάρομε ποσσέσο;”, δηλ κατοχή. “Ναι, βαραμέντε μη χάσομε … το γαμπρό; χαρά στονε”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Βεραμέντε καί βαραμέντε /ἐπίρ./ (Ἰ. veramente) = ἀληθῶς, τῷ ὄντι, ἐν τοσούτῳ, μάλιστα, ἀλλά. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Στ΄ αλήθεια. . . . Περισσότερα

βατσινιὰ

Βατσινιὰ /ἡ/ = μεγάλη συμπαγὴς βάτος. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Βατσινιά είναι ο βάτος και βάτσινο το βατόμουρο και (πληθυντικός) σε μας τα γατούμπρα. Αναλυτικότερα κατά τον Ανδριώτη, μεσαιωνικά έχουμε βάτσινον και μεταγενέστερα βάτινον, ουδέτερο του επιθέτου βάτινος, από το αρχαίο βάτο (και πληθυντικός σε μας, τα βάτα). . . . Περισσότερα

βελανίδα (η)

το σημείο του ανθρωπίνου σώματος ανάμεσα στο μηρό και το υπογάστριο. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Βελανίδα /ἡ/ (βάλανος) = ἡ βουβωνικὴ χώρα, τὸ σημεῖον συναντήσεως μηροῦ καὶ ὑπογαστρίου. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Η βουβωνκή χώρα, το μεταξύ μηρού και υπογαστρίου (Λάζαρης). Λέμε “μ΄πονεί η . . . Περισσότερα

βεντερούγα (η)

ραχίτιδα, κύρτωμα της σπονδυλικής στήλης “Δια την βεντερούγα, πριν σαραντίσει, με ποίον τρόπο ιατρεύεται” χερόγραφο γιατροσόφι (Η Λαϊκή Ιατρική της Λευκάδας, σελ. 91). Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Βεντεροῦγα /ἡ/ (Ἰ. vertebra, verte-ruga) = σκολίωσις τῆς σπονδυλικῆς στήλης, ραχῖτις. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    η ραχίτιδα . . . Περισσότερα

βεράγκι (επιρρ.)

σπίτι ανοιχτό και αφύλαχτο. “Άφκε η ΄ξτιανή το σπίτι της βεράγκι και βήκε στη γειτονιά για κουτσομπολιό”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Βεράγκι /ἐπίρ./ (Π.Τ. βιρὰν) = οἰκία ἀνοικτὴ καὶ ἀφύλακτος, θύρα παράθυρον ἀνοικτόν: «ἄφκε τὸ σπίτ’ βεράγκι». Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    “Σπίτι ανοιχτό και . . . Περισσότερα

Click to listen highlighted text!