Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλα τα λήματα από Καρσάνικα Γλωσσικά Ιδιώματα

αμολάω

λύνω, ελευθερώνω, αφήνω. “Αμόλυσε τη βάρκα να πάμε” – “αμόλυσε τ οκοπάδι να πάει στο λόγγο” – “αμόλυσα το καναρίνι απ΄ το κλουί του. Κρίμα ήταν” – “Από το φόβο μου, τ΄ αμόλυσα απ΄ τα χέρια μου τα πιάτα κι έσπασαν” – “Αμόλυσες το γάιδαρο κι έφαγε το χορτάρι”. “Τα . . . Περισσότερα

αμόντε (επίρρ.)

στα παιγνιόχαρτα = μοιράζομε τα χαρτιά απ΄ την αρχή. “Πάμε αμόντε”. μτφρ.: “Αυτός πάει αμόντε”, δηλ. καταστράφηκε. “Οι εκλογές πάνε αμόντε” (αναβάλλονται). Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀμόντε:  /ἐπίρ./ (Ἰ. ammontare, ammonto) = ἐν ἐπισσωρεύσει, προσθετικῶς, ἐν στάσει. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Χαρτοπαικτικός όρος. Η . . . Περισσότερα

αμπουριάζω

κάνω την ατμόσφαιρα σκοτεινή με καπνούς ή σκόνες. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀμπουριάζω:  (Ἰ. abbuiare) = θολώνω τὴν ἀτμοσφαῖραν διὰ καπνοῦ ἢ κόνεως, καθιστῶ τὴν ἀτμοσφαῖραν σκοτεινήν. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Αναδίνω ατμούς είτε από ξυλόσομπες ή πετρελαίου με αμπούρια. Άμπρος είναι ο ατμός, . . . Περισσότερα

αμπώνω

σπρώχνω, απομακρύνω, απαλλάσσομαι από κάτι δε βάρος άλλου: “αμπώνω τις μέρες μας” – “Αμπώνομαι τις μέρες”, απαισιόδοξος λόγω ηλικιωμένων. “Του την άμπωσα τη βάρκα”, δηλ. τον κατέδωσα, του ΄καμα κακό, τον εκδικήθηκα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀμπώνω:  (ἀπὸ-ὠθέω -ῶ, ἄπωσις) = ἀπωθῶ, ἀπομακρύνω, ἀπαλλάσσομαι ἁνεπιθυμήτου πράγματος . . . Περισσότερα

αναγκερό

Με την έννοια του ενοχλητικού. Ο Δημητράκος έχει το επίθετο μ΄ αυτή τη σημασία, που το λέμε εμείς. Τα παιδιά είναι αναγκερά, δηλ. δαπανηρά, ιδιότροπα, δεν κάθονται ήσυχα, επομένως ενοχλητικά. (Λέμε: αυτό το παιδί δεν κάνει τ΄ αγγειό του καλό νερό, παροιμία). χρησιμοποιείται και ο μέσος τύπος (μετοχή) αναγκεμένος, αυτός . . . Περισσότερα

αναδεύω -ομαι

σαλεύω ελαφρά, μετακινούμαι λίγο-λίγο. “Όλο και κάτι αναδεύεται” – “Ίσα-ίσα κι αναδεύεται”. φέρνω διάφορες σκέψεις στο μυαλό μου. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀναδεύω -ομαι:  (ἀνὰ-δεύω, δεύομαι) = δίδω κινητικὰ σημεῖα ζωῆς, σαλεύω, μετακινοῦμαι ἐλάχιστα: «ἀναδέψου μωρέ». Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Ανακινώ, σαλεύω, ανακατώνω. Έχει . . . Περισσότερα

αναδίνει

Π.χ. ο τοίχος αναδίνει υγρασία, νοτίζει. Από το αρχαίο αναδίδωμι.  Οι λευκαδίτες δεν το αναφέρουν. Στην Καρυά είναι συνηθισμένο. Τους νοτισμένους τοίχους κάλυπταν με πάντες (από το ιταλικό banda). Λέμε και αναβρύζει (ρ. βρύω) ο τοίχος. Και αναβλύζει.

αναδοσά

δυσφορία, αδημονία, περιμένω αγωνιώντας “Μου έρχεται αναδοσά” – “Δεν μπορώ να σταθώ στο ίδιο μέρος” – “Κάθομαι στα καρφιά”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀναδοσὰ:  /ἡ/ (ἀνὰ-δεύω κατὰ σύγχ. ἀναδίδω) = ἀδημονία πρὸς κίνησιν, δυσφορία διὰ τὴν ἀκινησίαν, ἀγωνία. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    αναδοσιά, αναδοσά, . . . Περισσότερα

ανάκαρα (η)

ψυχική και σωματική δύναμη “Δεν έχω ανάκαrα να σηκωθώ” – “”Δεν νιώθω ανάκαρα για τίποτα”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀνάκαρα:  /τὰ/ (ἀνὰ-κέαρ) = ψυχικὴ δύναμις, ἐπάρκεια σωματικῶν δυνάμεων. «δὲν ἔχω ἀνάκαρα νὰ σ’ κρίνω». Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Δεν έχει λέμε ανάκαρα, τόσο αδύναμος. . . . Περισσότερα

ανακόλλι (το)

θεραπευτικό σκεύασμα, μείγμα από ρακί, ασπράδι αυγού, σαπουνιού μπουγάδας, λαδιού, λιβανιού. Το έβαναν στη θέση του σημερινού γύψου σε σπασμένα χέρια και πόδια. Γινόταν σκληρό σαν πέτρα και το ενίσχυαν ολόγυρα με λεπτά σανιδάκια, που τα ΄δεναν γερά με βούρλο: “… Τρίψε μάρμαρο ψιλό και βάλε στάχτη του κέδρου και . . . Περισσότερα

ανακούτι (το)

το πίσω μέρος του κεφαλιού Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀνακοῦτι: /τὸ/ (ἀνὰ- κοττὶς) = ἡ ὀπισθία ἰνιακὴ χώρα τῆς κεφαλῆς. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Το πίσω μέρος του κεφαλιού. Ο Λάζαρης (σωστά) ετυμολογεί από ανά και κοττίς, η οπίσθια ινιακή χώρα της κεφαλής. Ο Σολωμός . . . Περισσότερα

ανάλατο (το)

το μέσα ξίγκι του χοίρου, που έχει ιαματικές ιδιότητες. Διατηρείται πάντα χωρίς αλάτι και το χρησιμοποιούν για εντριβές και επαλείψεις, π.χ. στο ξύλιασμα και τους μαγουλίτες. Το ανάλατο είναι γενικότερα γνωστό ως λυτός: ΒΑΛ. Φωτεινός, Β΄302 – “και φέρε λίγο ανάλατο. Μ΄ αυτό τ΄ αγριοκαίρι / εθύμωσε το χέρι μου, . . . Περισσότερα

ανάμα (το)

μαύρο κρασί που χρησιμοποιούν οι ιερείς για τη μετάληψη, αλλά και τον εμποτισμό των εορταστικών άρτων στο κέντρο της σφραγίδας. Κάθε καλό κρασί στο νησί το λένε ανάμα. φράση: “Μου έφεραν ένα κρασί σωστό ανάμα”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀνάμα: /τὸ/ (νᾶμα, ἄναιμον) = ὁ μαῦρος . . . Περισσότερα

αναμεράω ή αναμερίζω

δίνω τόπο να περάσει κάποιος, παραμερίζω τακτοποιώ το σπίτι, την αποθήκη ή άλλους σχετικούς χώρους: “Αναμέρησα όλο το σπίτι” – “Αύριο θα με βοηθήσεις να αναμερήσομε το σπίτι” εχθρική διάθεση: “Άμα τον βλέπεις, να αναμεράς …”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀναμεράω:  (ἀνὰ-μέρος) = παρέχω τόπον, παραμερίζω, . . . Περισσότερα

αναπιάζω -νω

κάνω την προπαρασκευαστική εργασία για το ζύμωμα του ψωμιού. Λιώνω το προζύμι και το ανακατεύω με αλεύρι για ζύμωμα. “Αναπιάζομε τα προζύμια της νύφης” ή “τα προζύμια του γαμπρού”. Είναι κοινή η φράση και πασίγνωστη: “αναπιάζω προζύμι”. Δημ. τραγ. : “Φκήσου με, μάνα μ΄, φκήσου με στο δόλιο μου προζύμι, . . . Περισσότερα

αναπιέντιστο

Βλ. και πγιεντάω. Το (τα) πήρε στ΄ αναπιέντοστο, δεν έδωκε σημασία. Ή αυτό το παιδί δεν πιεντάει (τον πατέρα του σ΄ ο,τι του λέει), δεν υπολογίζει. Συνηθισμένες εκφράσεις στο χωριό! Ο πρώτος τύπος έχει το στερητικό -ανα-, πριν το αρχικό σύμφωνο της λέξης, που είναι η ιταλική pieta, λατινική pietas, . . . Περισσότερα

αναφταγιά (η)

για όποιον δεν έχει υπομονή και βιάζεται ανεξήγητα. “Τι αναφταγιά τον έπιασε και εξαφανίστηκε;” – ” Δεν έχεις αναφταγιά, χριστιανέ μου;” – “αναφταγιά σ΄ έπιασε και δεν βαστιέσαι;” Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀναφταγιὰ ή Ἀνεφταγιὰ:  /ἡ/ (ἀνὰ-πτοία) = σπουδὴ παράλογος, λαιμαργία. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης . . . Περισσότερα

ανήμερα (επίρρ.)

την ίδια μέρα: “Ανήμερα των Χριστουγέννων”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀνήμερα:  (ἐν-ἡμέρᾳ) = τὴν αὐτὴν ἡμέραν. «ἀνήμερα τ’ Φωτῶνε». Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Στην κοινή γλώσσα, λέει ο Κριαράς, σημαίνει την ίδια μέρα (ανήμερα τα Χριστούγεννα, σημαίνει την ίδια μέρα των Χριστουγέννων). Όμως κατά . . . Περισσότερα

ανήμερος

Λέμε αυτός έγινε θεριό ανήμερο. Προφανώς η λέξη σχηματίζεται από το στερητικό α και το επίθετο ήμερος (άγνωστης ετυμολογίας) και σημαίνει τον άγριο άνθρωπο.

αντί (το) και ἀντίδι

κυλινδρικός άξονας ξύλινος γύρω από τον οποίο περιτυλίγεται το ύφασμα του αργαλειού: Αυτό είναι το μπροστινό αντί, γιατί υπάρχει και το πισινό, στο οποίο περιτυλίσσεται το νήμα του αργαλειού. Σε καταγραφή του 1724 διαβάζομε: “Ένας αργαλειός με δύο παλιομίταρα, με το ξυλόχτενο και το αντί του” (Ιστορικό Αρχείο Λευκάδας) Λεξικό . . . Περισσότερα

αντικιαστά

αντ(ι)κιαστά / αντικιαστά, ψηλαφητά. Πάω αντικιαστά, δηλ στα τυφλά. Ο Λάζαρης, από αντι-εικάζω και ο Κοντομίχης αποδίδει αντικρίζω, διακρίνω κάτι. Προέρχεται από το αρχαίο ρήμα εικάζω που θα πει υποθέτω (εικασία = υπόθεση) και την πρόθεση αντί. Ηλέη υπέστη μια παρφθορα μέχρι να καταλήξει ως ιδιωματισμός σε επιρρηματική μορφή στο . . . Περισσότερα

αντμπούκλι

Το λατινικό buccula (υποκοροστικό του bucca) σημαίνει: 1. παρειά, γνάθος, 2. παραγναθίς (κράανους). Ιταλιστί  bussola  είναι το σκουλαρίκι, αλλά και η μπούκλα μαλλιών (παραγναθίς είναι η φαβορίτα) Η πρόθεση ad και το bussula ίσως έδωκαν το αντμπούκλι. Ο Κοντομίχης το καταγράφει ως μούσκουλο και το ερμηνεύει: “ο υπωγώνιος μυς ευτραφών . . . Περισσότερα

αξάγγλιγα (μαλλιά)

Συνηθέστατη λέξη (και φράση) στο χωριό, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Μαλλιά (γυναικεία κυρίως), αχτένιστα, δυσκολοχτένιστα, αλλά και μπερδεμένα πράγματα. Το ρήμα είναι ξαγγλίζω, που κατά τον Δημητράκο: “κτενίζω δι΄ αραιού κτενός”. Οι παλιότεροι θυμούνται τα παλιά χτένια, των οποίων η μία πλευρά είχαν αραιά “δόντια”, ενώ η άλλη ψιλά. Ε, λοιπόν, . . . Περισσότερα

απ(ι)θώνω και π΄θώνω

φυλάω κάτι, το κρύβω το ακουμπώ. “Σε ΄σένα πίθωσα το μυστικό μου” – “Το ΄χω ΄πιθωμένο καλά” – “Εγώ τ΄ ν΄ απίθωσα τώρα την κουβέντα μου”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀπ(ι)θώνω: (ἀπὸ-τίθημι, θέσις) = τοποθετῶ, φυλάσσω, ἀποκρύπτω. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    (Και χωρίς το . . . Περισσότερα

απ(ι)νομής (επίρρ.) και ἀπινωμῆς

εξαιτίας κάποιου, για το χατήρι κάποιου. “Γι απ΄νομής σου, υποχωρώ” – “πλήρωσα εγώ τα σπασμένα γι απινομής/απνομής σου”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀπινομῆς: /ἐπίρ./ (ἐπινομή, ἐπινομία) = πρὸς χάριν, ἐξ εὐνοίας, ἐξ αἰτίας, «γι’ ἀπνομῆς σ’ θὰ στὸ δώκω φτνό». «γι’ ἀπνομῆς σ’ θὰ πάω στ’ . . . Περισσότερα

απάγκειο (το)

το μέρος που δεν προσβάλλεται απ΄ τον αγέρα, το κρύο και τη βροχή. Οι ναυτικοί όταν έχει νηνεμία λένε: “Έχει απάγκειο σήμερα”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Απάγκιος, ο απάνεμος. Η πρόθεση από και άγκος, απάνεμος. Εσφαλμένη η γραφή με ει. Λέμε: “καθόμαστε εδώ, που απαγκιάζει, δεν . . . Περισσότερα

απέριπτος

Ο απεριποίητος – η (μειωτική λέξη, συνήθης στο χωριό. Άφροντις. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Απεριποίητος, ατημέλητος και ουσιαστικό απερ(ι)ψιά έλλειψη φροντίδας, κακομοιριά. Καρσάνικα Γλωσσικά Ιδιώματα – Δημ. Κατωπόδης

απίδρομος (ο)

η φόρα που παίρνομε προκειμένου να τρέξομε γρηγορότερα ΒΑΛ. Φωτεινός, Α΄ 24: “κι ο γέροντας μ΄ απίδρομο σαν παλληκάρι τρέχει”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀπίδρομος: /ὁ/ (ἐπὶ-δρόμος) = ὁρμητικὴ ἐκκίνησις, φόρα. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Η φορά “παίρνω απίδρομο” και ο Βαλαωρίτης, πιο παραστατικός . . . Περισσότερα

απίκ(ου)πα ή απίκπα (επίρρ.)

ανάποδα πεσμένο κάτι. “Βάλε το δοχείο απίκουπα, να στραγγίσει καλά το λάδι” – “Βάλε την παδέλα απίκ΄πα”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀπίκουπα: /ἐπίρ./ (Ἰ. appie-coppa) = ἀναστρόφως, μὲ τὸ στόμιον πρὸς τὰ κάτω (λέγεται ἐπὶ δοχείων καὶ ἀγγείων). Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Αναποδογυρισμένο σκεύος. . . . Περισσότερα

Click to listen highlighted text!