Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλα τα λήματα από Γλωσσάριο Ιωάννας Κόκλα

σωκήπι (το)

κήπος κομμάτι γης μέσα στο χωριό, όπου έβαναν και καλλιεργούσαν αγκινάρες, κουκιά, σκόρδα, κρεμμύδια, ντομάτες κ.λπ. Σε μικρές πάντα ποσότητες. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Σωκῆπ(ι) /τὸ/ (ἔσω-κῆπος) = τμῆμα καλλιεργησίμου γῆς ἐντὸς χωρίου ἢ εἸς τὰς παρυφὰς αὐτοῦ (διὰ λαχανοκηπουρικὰ πρώτης ἀνάγκης). Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος . . . Περισσότερα

τίγκα (επίρρ.)

όταν τα διάφορα δοχεία ή σκεύη είναι τελείως γεμάτα, ως απάνω, να ξεχειλίζουν μτφ.: όταν έχουμε φάγει καλά, λέμε: “είμαι τίγκα” Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Τίγκα /ἐπίρ./ (τέγος) = πλήρης μέχρι στεφάνης (στέγης), ξέχειλος. Βλ. τσίγκα – τσίγκα. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Τίγκα: Προσδιοριστικός επιρρηματικός . . . Περισσότερα

τιόρι’ς

Τιόρι’ς = τί ὁρίζεις, τί ἐπιθυμεῖς, ὁρίστε. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Μονοσύλλαβη (κατάντησε) για μας λέξη. Από το “τι ορίζεις” (αφέντη). Ο Κοντομίχης το κατατάσσει στα ερωτηματικά (;) επιφωνήματα και βάζει -γ- στην προφορά: τ(ι)γιόρις). Το -γ- έτσι κι αλλιώς υπάρχει κατά την προφορά. Καρσάνικα Γλωσσικά Ιδιώματα – . . . Περισσότερα

τράζω

Τράζω βλ. λ. τηράω -άζω. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Τ’ράζω: κοιτάζω, βλέπω, εκ του ρ. τηρέω-ώ, επιτηρώ, παρατηρώ, κ.λ.π. Γλωσσάριο Ιωάννας Κόκλα

τράμπα (η)

διαπραγμάτευση και ανταλλαγή για αγοραπωλησίες. “έδωσα το γάιδαρό μου και λίγα χρήματα και πήρα αυτό το μουλάρι”. Συχνά ακούμε τη φράση: “Τα κάναμε τράμπα, του ΄δωκα τις ελιές και μου ΄δωκε το χωράφι στην τάδε τοποθεσία”. Το ρ. τραμπάρω. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Τράμπα /ἡ/ (Σ. . . . Περισσότερα

τρατάρω καί τρατέρνω

Τρατάρω καί τρατέρνω (Ἰ. trattare) = προσφέρω ἀναψυκτικὸν ἢ γλύκισμα. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Τρατάρω: κερνάω, και τα τραταμέντα = τα κεράσματα. Ο τράφηξ –ηκος είναι η δοκός, η σανίς ή το τεμάχιον ξύλου, ο δίσκος σερβιρίσματος. Τα τραταμέντα είναι τα φερόμενα επί του δίσκου, τα κεράσματα. Υπάρχουν και οι . . . Περισσότερα

τσάζω

βγάζω ενοχλητικές φωνές σε χαμηλό τόνο, διαμαρτύρομαι κλαίοντας. Συνήθως αυτό συμβαίνει στα παιδιά, που τα παρατηρήσαμε έντονα. “μην τσάξεις, κακομοίρη μου, θα φας κι άλλες”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Τσάζω (σίζω, ἠχητ.) = ἐκβάλλω ἔναρθρον ἡμίφωνον ἦχον «τς… τζ…». «μὴν τσάξης». Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης . . . Περισσότερα

τσάτσα (η)

η αδερφή. “ε, αρή τσάτσα, τι κάν΄ς αυτού;” – “ε, αρή τσάτσα, δε μ΄ ακούς;”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Τσάτσα, τσατσὰ /ἡ/ (τάτα, τυτοὸς) = ἡ ἀδελφή. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Σε μας αδερφή. Οι λεξικογράφοι πιθανολογούν η λέξη να προέρχεται “από την αναδίπλωση . . . Περισσότερα

τσέντζερ(η)

Τσέντζερ(η) /ἡ/ (Τ. τενδζερὲ) = χαλκίνη χύτρα, κατσαρόλα. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Τέ(ν)τζερη ή τσέ(ν)τζερη, η: χάλκινον σκεύος υπό μορφήν κύστεως, κυλίνδρου, για την μεταφορά νερού στο κεφάλι. Εκ του αρχ. ρ. τέγγω –τέγξω -έτεγξα = υγραίνω, βρέχω, και τέγγει = βρέχει. Τέγγω → τέγγερη, τέντζερη.  Κατ’ επέκταση η . . . Περισσότερα

φαουλάρ(ι)κα, τα

Φαουλάρ(ι)κα, τα (εννοείται σταφύλια) = τα φαγώσιμα επιτραπέζια σταφύλια. Το αυτό εννοείται και για τις φαουλάρ(ι)κες ελιές = τις βρώσιμες. Φαγουλάρικα, (θέμ. ρ. φαγ- του τρώγω).

φαρομαν(η)τὸ

Φαρομανητὸ /τὸ/ (Ἰ. fare-mania) = ὁμαδικὴ θορυβώδης εὐθυμία. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Να μια λέξη “πολιτογραφημένη” περισσότερο στην πόλη της Λευκάδας (μπουρανέλικη). Τη λέγαμε και εμείς στο χωριό ευρύτατα. Ακούμε: Χάλασε ο κόσμος απ΄ το (τα) φαρομανητά (της νεολαίας). Ή αυτός καημένη μου φαρομανάει ενώ ο άλλος καίγεται, . . . Περισσότερα

φελάω

αξίζω, έχω αξία, χρησιμεύω “δε φελάς” = δεν αξίζεις – “το φαΐ σήμερα δε φελάει καθόλου”. Γενικά το ρήμα απαντάει αρνητικά. Δε λέμε “φελάω-φελάει”, αλλά “δε φελ…” και το λέμε για χίλιες δυο περιπτώσεις, για υφάσματα, ανθρώπους, φαγώσιμα κ.λπ. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Φελάω (ὠφελῶ) = . . . Περισσότερα

φουμίζω

Φουμίζω = φημίζω, κοσμῶ, ἐξωραΐζω, προβάλλω. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    φημίζω και φουμίζω. Λέμε εφούμ(ι)σε ο τόπος. Γραμματικά πρόκειται για ρήμα με την έννοια του επιδεικνύομαι, αλλά και του καλλωπίζομαι. Στα μεσαιωνικά κείμενα, όπως είναι το “Χρονικόν του Μορέος” βλέπομαι: “κι άρξετο να φημίζεται εμπρός από τους Φράγκους” . . . Περισσότερα

φουρκίζω

Φουρκίζω (Ἰ. forca) = ἀπαγχονίζω, φέρω εἰς ἀδιέξοδον, ἐρεθίζω ὑπερβολικῶς. «δὲν πᾶ νὰ φουρκιστῇς!». Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Απαγχονίζω, φούρκα, η αγχόνη. Λατινικά, φούρκα είναι το δικράνι (διακράνι). Λέμε: “Αυτός φουρκίστηκε, κρεμάστηκε (από δέντρο). Και ο Ιούδας μετά την προδοσία, “μεταμεληθείς .. απελθών απήγξατο”. (πνίγηκε με σκοινί) Ματθ. . . . Περισσότερα

φούφλας, ο

Φούφλας, ο: το επαρκώς φουσκωμένο ψωμί, το κοινώς «γινωμένο» (γιατί έμεινε πολύ σε υψηλή θερμοκρασία).

φρεγάδα

Μια λέξη που την χρησιμοποιούμε στο χωριό. Γυναίκες κυρίως, γιατί αυτές αφορά ο χαρακτηρισμός και η προσφώνηση “φρεγάδα μ΄” και που οι Λευκαδίτες Λάζαρης και Κοντομίχης δεν την καταγράφουν. Φρεγάδα και φρεγάτα είναι ως γνωστόν ένα όμορφο πολεμικό πλοίο, αλλά η λέξη μεταφορικά στη λαϊκή γλώσσα σημαίνει, κατ΄ αναλογίαν, “γυναίκα . . . Περισσότερα

φρεζές (ο)

η χωρίστρα των μαλλιών, των αντρών και των γυναικών Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Φρεζὲς /ὁ/ (Ἰ. fregiare) = ἐπιμελὴς χωρίστρα ἀνδρῶν μὲ ἀκραῖον περίστρεμμα. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης Φρεζές, ο: η χωρίστρα στα μαλλιά, εκ του ρ. φράσσω = φράζω, δια φραγμού περικλείω, πυκνώς παρατάττομαι, εξ . . . Περισσότερα

χαϊδοκοπέλα, η

Χαϊδοκοπέλα, η: (χά(ι)δι + κοπέλα) = η χαϊδεμένη κοπέλα, έκφραση υπερτίμησης ή και υποτίμησης ενός κοριτσιού.

χαλεύω

ζητώ, ψάχνω να βρω κάτι, ζητώ κάποιον. “Ποιον χαλεύεις να βρεις;”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χαλεύω (χηλή = παλάμη, χηλεύω) = ἐρευνῶ νὰ εὕρω, φροντίζω ν’ ἀνακαλύψω, ψάχνω διὰ κάτι, ζητῶ νὰ μοῦ δώσουν, ἐπιδιώκω. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης Χαλεύω: χαλέπτω-ψω = επιζητώ συνήθως πιέζοντας . . . Περισσότερα

χαλίπωμα (το)

ο χρόνος από τη δύση του ήλιου ως το σούρουπο, χαλιπώνει, εχαλίπωσε. (βλ. σ΄νέμπασμα). Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χαλίπωμα /τὸ/ (χαλεπός, χαλέπτω) = τὸ λυκόφως, τὸ σούρουπο. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης χαλίπωμα  σούρουπο: ὅπου καί τό τέλος τῆς ἐργάσιμης ἡμέρας, (ΑΡΧ. χαλεπός, χαλέπτω). Λεξικό Ιδιωματικών . . . Περισσότερα

χαρ΄νέμ΄το (επίρρ.)

επιφώνημα ταχταρίσματος χαράς, παιγνιδίσματος, εκδήλωση αγάπης. Λέγεται κυρίως στα μικρά παιδιά. “Μπα, χαρνέμτο, το παιδί, το καμάρ΄ μ΄” – “Είναι … χαρ΄νέστονε, να μην αβασκαθεί” = είναι όλο χάρη κι ομορφιά, λεβεντόπαιδο.  Ισχύει και για τα κορίτσια, βέβαια: “χαρ΄νέμ΄τηνε” ή “χαρ΄νέτη”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χαρνέτο μ΄ ή . . . Περισσότερα

χασομέρι, το

Χασομέρι, το: (χάνω+μέρα) = το χάσιμο της ημέρας, χωρίς να παραχθεί κάτι το δημιουργικό και ωφέλιμο.

χάχας (o)

ο βλάκας, νωθρός, αυτός που γελάει διαρκώς Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χάχας /ὁ/ (ἠχητ. χαίνω, χαῦνος;) = χάσκων, ἠλίθιος, νωθρός, βλάξ. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Οι Μπαμπινιώτης και Ανδριώτης λένε “ονοματοποιημένη λέξη από τον ήχο του γέλιου, χα, χα) ή αυτός που χαχανίζει (Κριαράς). Σωστά . . . Περισσότερα

χνάρι, το

Χνάρι, το: το ίχνιον = σημείον ποδιού, ίχνος = βήμα, εκ του ρ. ιχνεύω, ανιχνεύω.