Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλα τα λήματα από Γλωσσάριο Ιωάννας Κόκλα

διασίδι (το)

η διαδικασία για την ετοιμασία του στημονιού που θα τυλιχτεί στο πίσω αντί του αργαλειού. Σύνεργα του διασιδιού είναι: α) η διάστρα (=σειρά από χοντρά καλάμια), β) το σκαμνί, γ) η τυλίχτρα (Το νοικοκυριό του χωριάτικου σπιτιού, σελ 132). Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Διασίδι /τὸ/ (διάζομαι) . . . Περισσότερα

δικάει (απρόσ.) και δικάω

φτάνει, αρκεί, επαρκεί. φράση: “με δικάει αυτό”. “Το ψωμί που έχομε δεν μας δικάει”. Δημ. τραγούδι: ” … Κι α δε δικήσουνε κι αυτά, δίνω και το σαγιά μου …” (Ι.Ν. Σταματέλος, Σύλλαβος Λευκαδίτικης Διαλέκτου, σελ 408). Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Δικάω (δικαιόω-ῶ) = ἱκανοποιῶ, ἐπαρκῶ, . . . Περισσότερα

εδεκεί

Εδεκεί: για έμφαση στο εκεί, όπως και το εδεδώ, για έμφαση στο εδώ, (αρχ. ηδέ +…). βλ. εδέ

επολληώρα

Επολληώρα ή απολληώρα: (χρον. επίρ.) = πριν από πολλή ώρα, (ου πολλήν ώραν), ενωρίτερα.

εύκαιρος, η, ον

Εύκαιρος, η, ον: (εύ +καιρός), ρ. ευ-καιρέω-ήσω = έχω ευκαιρία, ανάπαυλα, έχω καιρό και κατ’ επέκταση είμαι πρόσφορος να διαθέσω τον καιρό μου.

ζάβγια

κόπιτσα, μικρή πόρπη. Είναι σε δυο κομμάτια, αρσενικό και θηλυκό, και θηλυκώνουν. Μπαίνουν κυρίως στα γυναικεία φορέματα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ζάβ(γ)ια /ἡ/ (ζεῦγος, ζεῦξις, Ἀλ. ζάβεα) = συρμάτινος ζευκτὴρ γυναικείων ἐνδυμάτων (ἀρσενικὸ-θηλυκό). Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Ζάβια. Κόπιτσα, μικρή πόρπη (Κοντομίχης). Έρευνα, “αβεβαίου . . . Περισσότερα

ζόρκος (ο) και ζῶρκος

ο γυμνός ή μισόγυμνος, και μεταφορικά ο φτωχικά ντυμένος. Παροιμία: “Τ΄ς ακαμάτρας το παιδί /ζόρκο, μόρκο περβατεί” – “γλυκός ο ύπνος την αυγή /ζόρκος ο κώλος τη Λαμπρή”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ζόρκος -α -ω (δορκάς, ζορκὰς) = γυμνός, πανελεύθερος (β. λ. ντόρκος). Ζῶρκος -α -ο . . . Περισσότερα

ζούδιο (το)

Ανόητος, άσκημος, χαμένος, ηλίθιος: “Μωρέ ζούδιο, κάτσε φρόνιμα” – “Χαρά στο ζούδιο!!!” – “Είσαι ντιπ ζούδιο”. Φόβητρο, φάντασμα. Ζούζ(ου)λό = ξωτικό, φάντασμα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ζούδιο /τὸ/ (ζῴδιον) = ζῳώδης, ἀνόητος, ἠλίθιος, δύσμορφος. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Ζούδιο = κακόμορφος καί ἰσχνός ἄνθρωπος, ἀλλά . . . Περισσότερα

ζούπα (η)

πρόχειρο βραδινό φαγητό με πυρωμένες στη φωτιά φέτες ψωμιού, (πωμάδες), διαποτισμένες με κρασί. Στις πωμάδες βάνουν και λάδι, πριν ρίξουν το κρασί. Το καλύτερο συνοδευτικό της ζούπας είναι το τυρί, για όποιον έχει … Η λέξη λέγεται και κρασόζουπα και ζουπάτα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ζοῦπα . . . Περισσότερα

ἥπατα

Ἥπατα /τὰ/ (ἥπαρ) = αἱ σωματικαὶ δυνάμεις. «δὲν ἔχω ἥπατα νὰ πάω», «μοῦ κόπκαν τὰ ἥπατα». (β. λ. γήπατα ἧς τὴν ἐτυμολογίαν νομίζω ὀρθοτέραν). Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Ἥπατα καὶ γήπατα (ἥπατα) = δυνάμεις· (τὸ μέρος ἀντὶ τοῦ ὅλου), φρ. δὲν μοῦ ἔμειναν ἥπατα – δὲν ἔχ᾿ ἥπατα ν᾿ . . . Περισσότερα

θα τ(η)νε φορτωθεί

«Θα τ(η)νε φορτωθεί»: (φορτώνω, φόρτος, φέρω). Μεταφορικά φορτικά θα την πιέσει, κυρίως επί ερωτικών ζητημάτων.

θειαμαίνομαι

Θειαμαίνομαι: (θείον +μαίνομαι) = εκστασιάζομαι, έχω περιέλθει εις μανίαν τη ενεργεία θεού τινος («μαινόμενος Διόνυσος»), οχλαγωγώ, οργιάζω, θορυβώ, «χαλώ τον κόσμο», είμαι έξω φρενών. «Μαιμόωσα και μαιμώσα» = ενθουσιώσα και οξέως ορμώσα, εξ ου και οι μαινάδες και ο Μαιμακτηριών μήνας (ο Ιανουάριος – από Διός μαιμάκτου», κ.λ.π.), (Λεξ. Liddell-Scott . . . Περισσότερα

θράκια

Θράκια /τὰ/ = ἀνθράκια, ἀναμμένα καρβουνάκια. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Θράκια, τα, ή θράκα, η, αθράκα, η = η ανθρακιά, τα αναμμένα κάρβουνα. Η αθράκα και το αθράκι = υποκορ. του «άνθραξ-κος».Γλωσσάριο Ιωάννας. Κόκλα

κάζει (απροσ.)

έχομε τις φράσεις : “μου κάζει” = νομίζω – ” Μου κάστηκε πως είδα τον αδελφό σου”. ΒΑΛ. , Αθ. Δ., Β’: “Μου κάστηκε πως είδα / σαν έναν ίσκιο να διαβεί… “. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Κάζει (εἰκάζω) «μοῦ κάζει» = μοῦ φαίνεται, νομίζω, «μοῦ . . . Περισσότερα

κακού μ ΄θέλει (επίρρ.)

η φρ. λέγεται για κείνους που δυστυχούν, που βρίσκονται σε κακή κατάσταση, κυρίως από άποψη υγείας. “Είναι κακού μ΄θέλει ο άνθρωπος”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Κακοῦ σ’ θέλ(ει) /ἐπίρ./ (κακὸν-θέλω) = ἀπευκταίως, ἐλεεινά, εἰς κακὴν κατάστασιν. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης «Κακού μ’ θέλει» = είμαι . . . Περισσότερα

κάκοψος -η – ο

για τα όσπρια: όταν δεν βράζουν καλά. “Αυτή η φακή που πήρες είναι κάκοψη, σα σκάγια έμεινε.”. λέγεται και για τους ανθρώπους που είναι σκληροί, παλικαράδες και τολμηροί. “Ξέρεις, εγώ είμαι κάκοψος, μην τα βάζεις μαζί μου”. ΒΑΛ. Αθανάσιος Διάκος Β΄: 188: “-εμείς οι παληοκλέφτες / έχομε σάρκα κάκοψη”. Λεξικό . . . Περισσότερα

καλατζής

ο συνήθως πλανόδιος κασσιτερωτής των χάλκινων σκευών. Το διαλάλημά τους ήταν: “Χαλκώματα για καλάισμαααααα….”, “ο καλατζής εδώωωω…”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Καλατζῆς /ὁ/ (Τ. καλαϊδζῆ, Σ. καλαjdzίjα) = κασσιτερωτής, γανωτής. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Καλατζής, ο : (ρ. καλαγλίζω), ο επαγγελματίας ο οποίος καλαγλίζει με . . . Περισσότερα

καλον΄κοκυρά (η)

η λέξη έχει ειρωνική σημασία = γυναίκα ανοικοκύρευτη, “πορτογύρω”, ανήθικη, ρέμπελη. Απαντάται όμως και με την καλή έννοια. συνών. : χαϊδον΄κοκυρά. (καλονκοκυρά) Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Καλον(οι)κοκυρὰ /ἡ/ (καλῶς-οἶκος-κυρία) = γυνὴ ἀνήθικος (κατ’ εὐφημισμόν), γυνὴ ἀνοικοκύρευτη, ἀτάσθαλος. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Καλον(οι)κοκυρά, η : (καλή . . . Περισσότερα

καμιζέλα, η

Καμιζέλα, η: κάμ-μέσον, αντί κατά μέσον, δηλ. το εσώρουχο (κάμισο και υποκάμισο). Η κατά μέσον καμιζέλα (καμ-ζελές) ήταν το λεπτοδουλεμένο εσώρουχο της λευκαδίτικης παραδοσιακής γυναικείας ενδυμασίας. Σήμερα για το ανάλογο εσώρουχο, υιοθετήσαμε το γαλλικό  αντιδάνειο την… κομινεζόν. βλ. καμπ΄ζέλα

καμούφφο (το)

πλατιά πτυχωτή ταινία, που έμπαινε ως διακοσμητικό σε ενδυμασίες γυναικών και παιδιών, αλλά και σε ασπρόρουχα, όπως η μαξιλαροθήκες και οι γύροι. Το φόρεμα με καμούφφο, λέγεται καμουφφάδο ή καμουφφωτό. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Καμοῦφο /τὸ/ (Ἰ. camuffare) = πετραχήλιον νηπίων, τὸ βολὰν τῶν παιδικῶν φορεμάτων, . . . Περισσότερα

κανίστρι, το

Κανίστρι, το: το κάνιστρον = το πανέρι από καλάμι. Κάναβος, κάναθρον, κάναστρον (κανίστρι), κάνειον, κάνεον, κάνης ή κάννας είναι το καλάμι. Το πολύ μεγάλο καλάθι ελέγετο κόφα ή κοφίνι και εξυπηρετούσε την μεταφορά  των σταφυλιών από το αμπέλι στο πατητήρι. Επίσης η σκεπαστή καλαμένια κόφα ελέγετο μαλάθα (εκ του αρχαιοελ. . . . Περισσότερα

καρπέτα (η)

μάλλινο κρεβατοσκέπασμα του αργαλειού, πυκνοϋφαντο και βαρύ. Συχνά χρησιμοποιείται και ως χαλί. Είναι τόσο γερό ώστε – όπως και πολλά άλλα υφαντά – μεταβιβάζεται ως προικώο από μάνα σε κόρη κ.ο.κ. Είναι από τα πιο περίτεχνα υφαντά του λευκαδίτικου αργαλειού: έχουν μεγάλη ποικιλία διακοσμητικών θεμάτων και σε κάθε μια καρπέτα . . . Περισσότερα

κατακεφαλιά, η

Kατακεφαλιά, η: (κατά + κεφαλή) = δυνατό χτύπημα στο κεφάλι, η κατραπακιά= δυνατό χαστούκι. βλ. κατακέφαλος

κατελώνω

είμαι ακάθαρτος, βρωμάω Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Κατελώνω (κατὰ-ἐλάω) = ἀναδίδω ἀποκρουστικὴν δυσοσμίαν, βρωμῶ. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης Κατελόνω § ὄζω· συνώνυμ. τοῦ ζέχνω, βρωμάω (ἅπερ ἰδέ). Σύλλαβος – Ιωάννου Σταματέλου Κατελώνω: (κατά+λερώνω) = βρωμίζω πολύ, εξ ου και η κατελωμάρα = η πολύ μεγάλη . . . Περισσότερα