Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλα τα λήματα από Γλωσσάριο Ιωάννας Κόκλα

ασφελαγγνιά (η)

Ασφελαγγνιά, η: ο ιστός της αράχνης και ασφάλαξ, σφάλαξ, το σφελάγγι (η αράχνη). σφελγγ΄νιά

αυτάντζα (η)

βλ. και αφτάντζα μίσθωση κατ΄ αποκοπήν (affitanza), πάνω στο σύνολο της απόδοσης του ελαιοκάρπου. Το ποσό της μίσθωσης καθόριζαν οι εκτιμητές (για τις ελιές) γύρω στα μέσα του Οκτώβρη. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Αὐτάντσα /ἡ/ (Ἰ. affitare) = μίσθωσις, πάκτωσις, συγκομιδὴ τοῦ ἐλαιοκαρποῦ ἐπὶ μισθώματι μεριδίου. . . . Περισσότερα

αυτί μπακαλιάρου

«Αυτί μπακαλιάρου»: μαγειρεμένο κομμάτι ξαλμυρισμένου παστού βακαλάου, σύνηθες «καλό» φαγητό στους Λευκαδίτες, κυρίως ξωμάχους της γης.

αφαλοκόβω

κόβω τον ομφάλιο λώρο του νεογέννητου αφαλοκόβω κάποιον, ως απειλή όταν συχνάζει κανείς στο ίδιο μέρος, λέμε: “Εδεκεί φαίνεται πως τον αφαλοκόψανε. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀφαλοκόβω (ὀμφαλὸς-κόπτω) = κόπτω τὸν ὀμφάλιον λῶρον νεογνοῦ. «ἐδεκεῖ τὸν ἀφαλοκόψανε» = συχνάζει ἐκεῖ ἀδιακόπως (ὅπως τὸ νεογνὸν δὲν δύναται . . . Περισσότερα

αφιονισμένοι, οι

Αφιονισμένοι, οι = οι δεχόμενοι αφιόνι (όπιον, οπός = χυμός φυτών) = οι ναρκωμένοι και μη δυνάμενοι να αντιδράσουν, οι παραζαλισμένοι.

αχρόνιαγος -η -ο

αυτός που δεν χρόνιασε. κατάρα: “μωρέ αχρόνιαγο, να μη σ΄ εύρει ο χρόνος”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀχρόνιαγος -η -ο (ἀ-χρόνος) = ὁ μὴ συμπληρώσας ἔτος, λέγεται καὶ ὡς κατάρα: «μωρὲ ἀχρόνιαγο» = βρὲ ποὺ νὰ μὴ συμπληρώσης ἔτος ζωῆς. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Αχρόνιαγο, . . . Περισσότερα

βαβά (η)

η γιαγιά, η βαβά. Στα χωριά επικρατέστερη είναι η προσφώνηση βαβά (η βαβά μου), στην πόλη, η προσφ. γιαγιά. Το βάβω σπανιότερο. “Και θά ‘ρθω πάλι, βάβω μου, να σ’ εύρω στη γωνία σου…” (Γερ. Γρηγ., “Επιστροφή στην ποίηση”, Αθ. 1980, σελ. 95) Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής . . . Περισσότερα

βαγένι (το)

το κρασοβάρελλο. Ανάλογα με το μέγεθος του και η ονομασία του. Βαγένι, βαγενόπουλο, καράτελλο, βαρελόπουλο. Μέσα έβαναν κρασί ή ξίδι. Στα μεγάλα πάντα έβαναν κρασί. Σε κατγρ. του 1724 Νο 60 διαβάζομε “βαγένι 17 σταμνιών”, 1697 “πατοβάγενο ένα” και “φουντοβάγενο σταμνιών εικοσιπέντε”. (Ιστ. Αρ. Λ.) Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος . . . Περισσότερα

βαραμέντε ή βεραμέντε (επιρρ)

αλήθεια, πράγματι. Συχνά λέγεται και ειρωνικά: “Βαραμέντε μη δε πάρομε ποσσέσο;”, δηλ κατοχή. “Ναι, βαραμέντε μη χάσομε … το γαμπρό; χαρά στονε”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Βεραμέντε καί βαραμέντε /ἐπίρ./ (Ἰ. veramente) = ἀληθῶς, τῷ ὄντι, ἐν τοσούτῳ, μάλιστα, ἀλλά. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Στ΄ αλήθεια. . . . Περισσότερα

βατσινιὰ

Βατσινιὰ /ἡ/ = μεγάλη συμπαγὴς βάτος. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Βατσινιά είναι ο βάτος και βάτσινο το βατόμουρο και (πληθυντικός) σε μας τα γατούμπρα. Αναλυτικότερα κατά τον Ανδριώτη, μεσαιωνικά έχουμε βάτσινον και μεταγενέστερα βάτινον, ουδέτερο του επιθέτου βάτινος, από το αρχαίο βάτο (και πληθυντικός σε μας, τα βάτα). . . . Περισσότερα

βολά (η)

φορά (μια βολά …), μια κούπα κρασί. “Κάτσε να πιεις νια βολά”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Βολὰ /ἡ/ (βολή, φορὰ) = φορά, ἐποχή: «νιὰ βολὰ κι’ ἕναν καιρό», ἡ πλήρωσις ποτηρίου μὲ οἶνον: «δὲ σταματάει τς βολές». Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Από την αρχαία . . . Περισσότερα

βρακατσάνος (ο)

πρώιμο σύκο, εύγευστο και χυμώδες – Σύκο του Μαγιού. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Βρακατσᾶνος /ὁ/ (Ἰ. bracato-sano, fra cazzo e ano) = ποικιλία πρωΐμου εὐχύμου σύκου, φρακατσάνι. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Βρακατσάνοι, οι: τα πρώιμα σύκα «βράκανα, τα=άγριαι βοτάναι» (Λεξ. Liddell- Scott).Γλωσσάριο Ιωάννας. Κόκλα

γανωματής (ο)

Γανωματής, ο, ή γανωτής, ο: Ο επαγγελματίας στιλβωτής των μεταλλικών (χάλκινων κυρίως) αντικειμένων. Γάνος-εος, το, είναι η στιλπνότης εκ του ρ. γανάω ή γανόω = γανώνω, στίλβω, λάμπω, απαστράπτω. Σήμερα περιέπεσε στην αντίθετη έννοια του αμαυρώνω, μουτζουρώνω και η γάνα είναι η μαύρη μουτζούρα από τα ξυλοκάρβουνα. βλ. καλατζής 

γεμ

Γεμ: Από το αρχ. βεβαιωτ. μόριο γε και το μ για υποδήλωση του «εμέ».

γιαχνί, το

Γιαχνί, το: το γιαχνιστό (πολυαχνιστό) φαγητό, το χωρίς πολύ νερό μαγειρευμένο.

γιόμα, το

Γιόμα, το: η γιομάτη μέρα, η γεμάτη ημέρα, το μεσημέρι και κατ’ επέκταση το μεσημεριανό γεύμα.

γιώνω

Γιώνω (ἰός, ἰόω -ῶ) = (γεωργὸς Ἰ. cerchio -ato) = ξῦλον ἢ ἕλασμα μετάλλου ἔχον κάμψιν διευκολύνουσαν τὴν έργαλειακὴν ἢ ἄλλην ὠφέλιμον χρῆσιν του. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Γιώνω: (αρχ. ρ. ιόω) = οξειδώνω, σκουριάζω και ιός είναι «η σκωρία, άνθος χαλκού», το βέλος, το δηλητήριον και ο «ιόεις . . . Περισσότερα

γούϊ μου (επιφών.)

αλίμονο μου, ω δυστυχία μου. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Γούϊ μ(ου) (γόος) = οἴμοι, ἀλλοίμονό μου, δυστυχία μου. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Γούι ή γούι μου, ή ούι μου: το αρχαιοελληνικόν επιφώνημα οδύνης (γόος), ουαί = αλλοίμονον, λατ. vae. (Ομηρικόν Λεξ. Πανταζίδη). Γλωσσάριο Ιωάννας. Κόκλα

γουργούρα (η)

πήλινο υδροδοχείο, χωρίς χειρολαβές με στενό και ψηλό στόμιο. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Γουργούρα /ἡ/ (γαργαρεὼν) = πηλίνη ὑδρία χωρὶς λαβὰς μὲ στενὸν καὶ ὑψηλὸν στόμιον ἀπὸ τὸ ὀποῖον καὶ λαμβάνεται, κανάτι, μπότης χωρὶς λαβάς. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Γουργούρες, οι: (ηχομιμητική λέξη γουρ-γουρ, από . . . Περισσότερα

γυαλίζομαι, γυαλιστώ

Γυαλίζομαι (ὑελίζω -ομαι) = βλέπω ἐμαυτὸν εἰς καθρέπτην, καθρεφτίζομαι. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Γυαλιστώ: (γυαλίζομαι ή υελίζομαι) = καθρεπτίζομαι σε επαργυρωμένο γυαλί. Γλωσσάριο Ιωάννας. Κόκλα

γυρολόγος (ο)

ο πλανόδιος μικροέμπορος, που “έφερνε γύρα” τα χωριά και τις συνοικίες της Χώρας, πραματευτής. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Γυρολόγος, ο: ο γύρω φερόμενος, ο περιφερόμενος μικρέμπορος των χωριών και λογυρίζω (όλο +γυρίζω)=περιφέρομαι.Γλωσσάριο Ιωάννας. Κόκλα  

γύψωμο (το)

πανηγυρική λειτουργιά (άρτος) που έφκιαναν όσοι γιόρταζαν. Το γύψωμο το πήγαιναν στον εσπερινό ή στη λειτουργία της επομένης και το ευλογούσε ο παπάς ρίχνοντας στο κέντρο – όπου είχε εκ των προτέρων κοπεί τριγωνικά το κομμάτι το σφραγισμένο που συμβόλιζε το Χριστό- λίγο άναμα (κρασί λειτουργημένο στην Αγία Τράπεζα). Τα παλιά . . . Περισσότερα

γωνιέμαι

Γωνιέμαι ή αγωνιέμαι: αγωνίζομαι, με την έννοια του καταπιάνομαι με δουλειές, (αγώνας, αρχ. αγών, ρ. άγω).

δελόγκου και δελέγκου (επίρρ.)

αμέσως, πάραυτα, χωρίς καθυστέρηση. “Να πας δελόγκου στο σπίτι”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Δελόγκου καί  δελέγκου/ἐπίρ./ (Ἰ. da luogo) = ἐπὶ τόπου, ἀμέσως, πάραυτα. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Δελέγκου = ἀμέσως ἔρχομαι δελέγκου (ἔρχομαι ἀμέσως). Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής «Δε λόγγ’» = . . . Περισσότερα

διακονεύω

ζητιανεύω, γίνομαι επαίτης Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Διακονεύω (διὰ-κονέω -ῶ) = ἐπαιτῶ, ζητιανεύω. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Ζητιανεύω. Οι δύο έννοιες, που σχετίζονται με τις λέξεις διακονώ και διακονεύω διαφέρουν ως προς τη σημασία τους. Η πρώτη σημαίνει υπηρεσία (εξ ού και διάκος) ενώ . . . Περισσότερα

διαλούπι

Διαλούπι = φαγητό ἀπαίσιο στή γεύση, μεταφ. ἔφαγε τό διαλούπι (ἔφαγε τό σκασμό). Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής Διαλούπι, το = το πικρό φαγητό. Α) από την πρόθ. δια + λέπι (αρχ. ρ. λέπω = ξεφλουδίζω). Λοπός ή λόπος = φλοιός (φλούδα), κέλυφος (τσώφλι). Β) μεταφορικώς από το . . . Περισσότερα