Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλα τα λήματα από Γλωσσάρι Ελευθερίας Πολίτη Μελά

αγκερίδα

Λεπτός κορμός νεαρού κυπαρισσιού που το αποφλοίωναν και το χρησιμοποιούσαν για το ράντισμα της ελιάς.

αγροικιέμαι – αγροικώ

ακούομαι, θεωρούμαι, συμφωνώ. “Από όσες ελιές ιβρίσκονται μέσα στο περιβόλι και όσες καρδιές ιβρίσκονται να αγριοκιόντε μισακιές …” (χειρόγρ. μισθωτήριο 1711 – Ιστορικό Αρχείο Λευκάδας) Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης αγροικώ: ακούω Γλωσσάριο Ελευθ. Πολίτη Μελά

αλογοσκούτι

Υφαντό που το έστρωναν πάνω στο σαμάρι του ζώου σε επίσημες γιορτές ή συμβάντα. Είχε σχέδια και γύρω γύρω δαντέλα από το ίδιο χοντρό νήμα.

αρβαλού

Μικρό χάλκινο δοχείο στρογγυλού σχήματος με χέρι. βλ. και αρβάλι

βέργα (η)

Μικρό, λεπτό και ευλύγιστο ραβδί, κοινώς βίτσα. Οι κληματόβεργες. Οι βέργες μοσχεύματα, που κλαδεύονται από τα αμπέλια επιλεκτικά, για να φυτευτούν σε καλοσκαμμένο, βαθειά, χωράφι για τη δημιουργία νέου αμπελιού, (βλ. αμπελοφύτι). Τις βέργες αυτές τις κάνουν μάτσα και τις χώνουν στο έδαφος, για να μην ξεραθούν, ως τον Απρίλη, . . . Περισσότερα

γραμμένα (φρύδια)

“Αυτά τα φρύδια, Δήμα μου, τα όμορφα, τα φρύδια τα γραμμένα …” Στο δημοτικό τραγούδια σημαίνει φρύδια ζωγραφιστά, καλλίγραμμα, ωραία.  

καπαρώνω -ιάζω

Καπαρώνω -ιάζω (Ἰ. caparrare, Ἀλ. καπάρ-ι, Σ. καπάρα) = προαγοράζω ἐπὶ προκαταβολῇ ἀρραβῶνος. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Καπαριάζω: δίνω καπάρο (προκαταβολή) Γλωσσάριο Ελευθ. Πολίτη Μελά βλ. και καπαράρω

καπρούλια

οι λούροι (λεπτοί κορμοί κυπαρισσιών). Με αυτούς έφτιαχναν τη σκεπή πέτρινων καλυβιών στην Κοντάραινα

κούγω

“Κούγω ένα μνήμα και βογγά και βαριαναστενάζει …” Από δημοτικό τραγούδι. Σημαίνει ακούω.

κουλούμια

μικροί σωροί χώματος ανάμεσα στα κλήματα, που δημιουργούσαν σκάβοντας.

παερίτσο

αυτοσχέδιο κρεβάτι που το έφτιαχναν στις μπαράκες ή καλύβες στον κάμπο. Το έστρωναν με μυρτιές και ψάθες. βλ. και παερίτσι

πλανταμένη

“ασθένεια” των αλόγων.  Όταν φούσκωνε η κοιλιά τους, έβγαζαν την πλανταμένη. Τότε τους έκαναν “στροφό” δηλαδή τους έβαζαν άχυρο κάτω από την κοιλιά και τα καπνίζανε. βλ. πλαντάζω

Click to listen highlighted text!