Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλα τα λήματα από Φράσεις

“άει στον κόρακα”

«Άει στον κόρακα» εκ του «ες κόρακα», αυτούσιος αρχαιοελληνικός ιδιωματισμός, και ρ. «σκορακίζω = στέλλω τινά ες κόρακα», σε ξαποστέλλω όπως τα αποφάγια προς βρώσιν στο κόρακα. (Λεξ. Αρχ. Ελλην. Ιωαν. Σταματάκου). Λέγεται ως η πλέον ανώδυνη βρισιά «άει στον κόρακα…», και ο κόραξ –κος, όπως εύκολα συμπεραίνεται, είναι ηχομιμητική . . . Περισσότερα

“μας πήρε ο καιρός”

πέρασε ο χρόνος και δεν προλαβαίνουμε Από τη σειρά βιβλίων “Λαογραφικά της Λευκάδας” του Πανταζή Κοντομίχη

(οι ελιές πήγαν) κβελόπιντες

μέτρο σύγκρισης της απόδοσης της ελιάς ήταν η λάτα και το καρτούτσο. Μια οκά λάδι ισοδυναμεί με δυόμιση καρτούτσα. Οι ελιές που μαζεύονταν πρώιμα έδιναν, σε κάθε λάτα-μέτρο, 2-3 καρτούτσα λάδι. Το μέτρο το ΄λεγαν και κουβέλι. Έτσι αν ένα κουβέλι έβγανε 4 καρτούτσα, δηλ, μια πίντα, έλεγαν πως “οι . . . Περισσότερα

(τα ΄βγαναν) ξεκολλωτά

τα ξερίζωναν. Για το πώς έβγαζαν τα όσπρια από τα χωράφια. Από τη σειρά βιβλίων “Λαογραφικά της Λευκάδας” του Πανταζή Κοντομίχη

αλά ούζο πρόπιο (επίρρ.)

φράση που σπάνια ακούγεται σήμερα. Σημαίνει κατά τη συνήθειά του, κατά τα ειωθόντα, όπως συνηθίζεται. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀλά οὖζο πρόπιο:  /ἐπίρ./ (Ἰ. al uso proprio) = κατὰ τὴν συνήθειάν του, κατὰ τὸν ἰδικόν του τρόπο, κατὰ τὸ εἱωθώς. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

ανάμα (το)

μαύρο κρασί που χρησιμοποιούν οι ιερείς για τη μετάληψη, αλλά και τον εμποτισμό των εορταστικών άρτων στο κέντρο της σφραγίδας. Κάθε καλό κρασί στο νησί το λένε ανάμα. φράση: “Μου έφεραν ένα κρασί σωστό ανάμα”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀνάμα: /τὸ/ (νᾶμα, ἄναιμον) = ὁ μαῦρος . . . Περισσότερα

άνεμος εις τα εντόσθια

ασθένεια, “πότισον τον άνθρωπον όπου έχει άνεμον εις τα εντόσθια” Από τη σειρά βιβλίων “Λαογραφικά της Λευκάδας” του Πανταζή Κοντομίχη

άνεμος καρδιάς

ασθένεια, φύσημα της καρδιάς, “… όποιος έχει η καρδιά του τον άνεμον” Από τη σειρά βιβλίων “Λαογραφικά της Λευκάδας” του Πανταζή Κοντομίχη

δέσιμο αφαλού

Σε περιπτώσεις δυνατού κοιλόπονου, “λυνόταν” ο αφαλός κι έπρεπε ν΄ αποκατασταθεί στη θέση του για να σταματήσουν οι πόνοι. Αυτό όμως ήταν δύσκολη δουλειά και ήθελε τη γιάτρισσά του, που ήταν σχεδόν πάντα η μαμή. Εκείνη έστριβε με τέχνη τον αφαλό με το δάχτυλο της ή με ένα ειδικό καλαμένιο . . . Περισσότερα

θέλω

απαντάται ιδιωματικά με την έννοια του χρωστάω. “Του θέλω 1000 δρχ. ακόμα”, “Μου θέλει ένα ΄κατοστάρικο”. Ακόμα στη φράση: “Καλού μ΄ θέλει” = περνάει πολύ καλά. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Θέλω = ἐπιθυμῶ, ἀποδέχομαι, ὀφείλω, χρεωστῶ: «μ’ θέλει δέκα φράγκα». Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης στη . . . Περισσότερα

κάζει (απροσ.)

έχομε τις φράσεις : “μου κάζει” = νομίζω – ” Μου κάστηκε πως είδα τον αδελφό σου”. ΒΑΛ. , Αθ. Δ., Β’: “Μου κάστηκε πως είδα / σαν έναν ίσκιο να διαβεί… “. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Κάζει (εἰκάζω) «μοῦ κάζει» = μοῦ φαίνεται, νομίζω, «μοῦ . . . Περισσότερα

Κάης (ο)

ο δειλός, ο κιοτής – ο μαυρισμένος, ηλιοκαμένος [όλα αυτά τα επίθετα βγαίνουν απο την εικόνα του λαού για τον αδελφοκτόνο Κάιν]. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Kάης /ὁ/ ἐπίθ. (καίω, Κάϊν) = ἡλιοκαής, μελαψός, ἐξημμένος, ἀγριωπός. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης “του Αγίου Νικολάου του Κάη”, . . . Περισσότερα

κόβω-κόβει

(απρόσωπο) Για το κρασί λέμε ότι έκοψε = εξίνισε. Σε παλιό χργρφ. του 1744 (Ιστορικό Αρχείο Λευκάδας) διαβάζομε: ” … το επήλιπο κρασή το έδοσα ις το κάστρο από δεκατέσσαρες λίτρες (=λίρες) τη βαρέλα, διατή έκοψε και ίπιασα λίτρες 420″ – “Το γάλα έκοψς”, δηλ. ξίνισε, χάλασε. φράσεις: “Με κόβει” . . . Περισσότερα

λέει το λες

λέγεται με παράπονο, με νεύρα, με αγανάκτηση, όταν υποφέρουμε από κάποιον