Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλα τα λήματα από Αρ. Βαλαωρίτης: Άπαντα (Σημειώσεις)

πλοκός

αποθηκευτικός χώρος για το σανό και το άχυρο των ζώων. Κατασκευάζεται, συνήθως, στο κατώγι του σπιτιού με χώρισμα από πλεκτά κλαριά και δοκάρια. Στα παλιά χαμόγια (ισόγεια) σπίτια ο πλοκός κατασκευαζόταν μέσα στο ίδιο το σπίτι (Γλωσσάριο Γ.Χ.Μ : “Των χωρικών αι οικαίαι διαιρούνται εις πλόκον και γωνιά (εστίαν)”. Λεξικό . . . Περισσότερα

ποριά (η) και πορειά

πέρασμα και μπασιά: στους κήπους, στα αμπέλια, στα περιβόλια κ.λπ. υπάρχουν πάντα οι ποριές με την έννοια της φραγμένης πρόχειρα εισόδου. ΒΑΛ. Αθαν. Διάκος, Α΄: “Αυτή την έρμη την ποριά με το κορμί θα φράξω”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης (Με -ι-, όχι με -ει-). Τη λέμε . . . Περισσότερα

πουρί ή πωρί ή πορί

η πέτρα των δοντιών μας, οι ακαθαρσίες των αυτιών μας, το ασβεστούχο επίστρωμα στους νεροσωλήνες, οι πέτρες των νεφρών κ.λπ. Συνταγή “περί εκείνους οπού έχουν πέτρα, ήγουν πουρί. Πάρε τζουκνίδα μαζί με τον σπόρον της και βάλε το ζουμήν και πότισον τον άνθρωπον. Και τα κοπανίσματα βάλε τηγανισέ τα και . . . Περισσότερα

ρ΄πίζω

ριπίζω χύνω κάτω κατά λάθος υγρό ή στερεό πράγμα. “Μου ρ΄πίστηκε το φαΐ στο δρόμο, που πήγαινε για τους αργάτες” – “Μου ρ΄πίστικε το σιτάρι, οι ελιές κλπ, από το τσουβάλι”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ρ(ι)πίζω (ριπίζω, ριπτάζω) = ἀπορρίπτω, χύνω, σκορπῶ (βλ. λ. ρειπίζω). Τα . . . Περισσότερα

ρεύω

Ρεύω (ῥέω) = ἀφυδατοῦμαι, τήκομαι, φθίνω, ἀδυνατίζω, ἀπισχαίνομαι. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης «Φωτοκαμμένα ρεύουνε» (σελ. 191, ἈΘ. Διάκος, ΑΣΜΑ ΕΚΤΟΝ) Ρεύω, ἐπὶ φύλλων, ἀνθέων ἥ τρυφερῶν καρπῶν, ὅταν ἐκ τινος ἀτμοσφαιρικῆς ἐπιρροῆς αἰφνιδίως καταπίπτωσιν. Λέγεται δὲ μεταφορικώς καὶ περὶ ἀνθρώπων, ὑπὸ χρονίας καὶ μακρᾶς νόσου τηκομένων. Σημειώσεις Βαλαωρίτη Ἀπαντα . . . Περισσότερα

ρουπάκι (το)

δέντρο του δάσους με πολύ σκληρό, κοινώς “δέντρο”. Το ξύλο που χρησιμοποιείται για πολύ ανθεκτικές ξυλοδομές, όπως στους σκελετούς των ξυλόδετων σπιτιών της Λευκάδας, για εξωτερική επένδυση των σπιτιών με “δέντρινες” σανίδες, για υποστηλώσεις σπιτιών κ.λπ. ΒΑΛ. “Το ξεριζωμένο δέντρο”: “όποιος κι αν έστειλε σ΄ εμέ, ρουπάκι, καλώς ήρθες”. Λεξικό . . . Περισσότερα

σημαδοῦρι

«Τοῦ Χάρου παραβλάσταρο, τοῦ τάφου σημαδοῦρι» (σελ. 190, ἈΘ. Διάκος, ΑΣΜΑ ΕΚΤΟΝ) έν γένει πᾶν τὸ τιθέμενον καὶ μακρόθεν διακρινόμενον πρὸς διάγνωσιν ἐῖκινδύνου τινὸς μέρους. Κυρίως δὲ τὰ βυτἰα, δι’ ὦν σημειοῦνται αἱ ὕφαλοι χἀριν τῶν διαπλεόντων τὰς θαλἀσσης.

σκιάδας

«Και δυο σκιάδες πάραυτα ώρμησαν κι αρπάξαν» (σελ. 294, Φωτεινός, ΑΣΜΑ ΠΡΩΤΟΝ). Sbires. Πιθανὸν έκ τοῦ σκαιός, διότι οἱ τοιοῦτοι εἶνε συνήθως βάρβαροι. Λέγεται ἐν γένει ὑπὸ τοῦ λαοῦ σκιάδας ὁ βάναυσος ἅνθρωπος.

σύφλογο (το)

περικύκλωση από πυρκαγιά. ” με πήρε το σύφλογο και με τσουρούφλισε” μτφ.: ξαφνικός και βαρύς θυμός: “σύφλογο τον έπιασε κι έπεσε πάνω του να τον ξεσκίσει”. Επίσης για τα σπαρτά που τα καίει ο καιρός και χάνονται: “τα πήρε το σύφλογο” – “τον πήρε το σύφλογο και τον κατάπιε” ΒΑΛ. . . . Περισσότερα

Σφακισᾶνος

«Ἐδώθε … Σφακισᾶνος» (σελ. 293, Φωτεινός, ΑΣΜΑ ΠΡΩΤΟΝ). Ἐκ τοῦ χωρίου Σφακιωτῶν τἠς Λευκάδος

σφελαχτὸς

Σφελαχτὸς βλ. λ. ἀσφελαχτός. “Τὸ θροῦμπι, τὴν ἀλιφασκιά, τὸ σφελαχτό ..” (σελ. 158, Αθ. Διάκος, ΑΣΜΑ ΤΡΙΤΟΝ) Spartium scorpius. Θάμνος ἀκανθώδης ἐκ τῶν πρώτων φυτῶν, ἅτινα ἀναγγέλουσι τό ἔαρ διὰ τῶν ὡραίων κιτρίνων ἀνθέων των. Σημειώσεις Βαλαωρίτη Ἀπαντα – Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης, Σχόλια στόν Ἀθανάσιο Διάκο

τρώει τὰ σίδερα (φράση)

«Η σκύλα τρώει τα σίδερα … » (σελ. 306, Φωτεινός, ΑΣΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟΝ). Φράσις = μαίνεται, εἶνε φοβερὰ ἐξαγριωμένη, φοβερὰ ἀνήσυχος

τυφλός (μτφ)

«Γλυκἀ στἀ βλέφαρά μου νοιώθω τὸ χέρι τοῦ τυφλοῦ …” » (σελ. 322, Φωτεινός, ΑΣΜΑ ΤΡΙΤΟΝ). Ὀ ὕπνος φράσις: Νοιώθω τὸ χέρι τοῦ τυφλου:  νυστάζω

χαμαίδρυο (το)

το φυτό τεύκριον, κοινώς χόρτο της Παναγίας. Είναι πολύ πικρό. Οι παλιότεροι το χρησιμοποιούσαν για τη θεραπεία των στομαχικών. ΒΑΛ. Αθ. Διάκος, Α΄: ” … χάνει με μιας την ασχήμια και την ταπεινωσύνη / ο έρμος ο αζώηρος, η ποταπή λαψάνα / γλυκαίνει το χαμαίδρυο …”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού . . . Περισσότερα

χαμαιλειός (ο)

ποώδης φυτό με ακάνθινα φύλλα. Ανήκει στην οικογένεια των κυναροκέφαλων. Η ρίζα του, σημειώνει ο ΒΑΛ. (Αθανάσιος Διάκος, σχόλια): “είναι πλήρης οπού λευκού όστις εκτιθέμενος εις τον αέρα πήγνυται και γίνεται μελανόχρους. Είναι δηλητήριον δριμύ και θανατηφόρον. Η γεύσις της ρίζης του υπόγλυκος έχει αποφοράν βαρείαν ως την του κωνείου. . . . Περισσότερα

χλαλοή

«Τί, θρῶς ποῦ γίνεται, τί χλαλοή, πατέρα» (σελ. 287, Φωτεινός, ΑΣΜΑ ΠΡΩΤΟΝ). όχλοβοή

ψιλιθρῶνα

«… πῆρε τὸν ψιληθρῶνα» (σελ. 289, Φωτεινός, ΑΣΜΑ ΠΡΩΤΟΝ). ψύλληθρο,  ἴσον πτέρις ψιλιθρῶνας, μέρος καλυπτόμενον πυκνῶς ὑπό τοῦ φυτοῦ τούτου. Καὶ παρ΄  ἀρχαίοις ψίλις ἀντί πτέρις καθ΄ Ἡσύχιον.