Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλα τα λήματα από Αρ. Βαλαωρίτης: Άπαντα (Σημειώσεις)

λιάνωμα (το)

τα μικρά ψαράκια Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης είδος τεμαχισμένο σε μικρά κομμάτια Γλωσσάριο Μιλτ. Δ. Κακλαμάνη «Ἕτρωγαν ἕνα λιάνωμα» (σελ. 290, Φωτεινός, ΑΣΜΑ ΠΡΩΤΟΝ). μικρός ἀμνός Σημειώσεις Βαλαωρίτη Ἀπαντα – Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης, Σχόλια στόν Φωτεινό

λιοπύρι

“Δακρύζουνε τ΄ ἀπὰρθενα τὰ χιόνια στὸ λιοπύρι” (σελ. 158, Αθ. Διάκος, ΑΣΜΑ ΤΡΙΤΟΝ). Ἡ ἡλιακὴ θερμότης

λουρίδα

ζώνη Γλωσσάριο Κ. Πατρίκιου «Ἐξάνοιξε στὴν αγκωνή, μελαχροινὴ λουρίδα, ποῦ πρόβαινε σὰ σερπετό»  (σελ. 161, Ἀθ. Διάκος, ΑΣΜΑ ΤΡΙΤΟΝ). Λωρίον. Σημαίνει ἐνταῦθα γραμμὴν μέλαιναν, δίκην ἕρποντος ὄφεως καμπτομένην. Σημειώσεις Βαλαωρίτη Ἀπαντα – Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης, Σχόλια στόν Ἀθανάσιο Διάκο

λώθρα (η)

η άκρη (η μύτη) του πεταλόκαρφου, που την αποκόπτουν μετά το μπήξιμο του καρφιού στο νύχι του ζώου. Κι αυτό για να μη “λωθροκόβεται” το ζώο. Βαλαωρ. Αθ. Διάκος, Α΄: “μουγκρίζουν, φοβερίζουνε, πως σε θα μείνει λώθρα, / σ΄ αυτή τη δύστυχη τη γη, φωτιά, δρεπάνι, τρόμος …” πράγμα χωρίς . . . Περισσότερα

μαρμάρα (η)

η στείρα φοράδα ή προβατίνα. Βαλαωρίτης, Αθανάσιος Διάκος, άσμα Γ΄: “Μες στα τριφύλλια τα παχειά σιδερική φοράδα. / μαρμάρα, φείδι φτερωτό, δροσίζεται και βόσκει / στημένη, ετοιμοπόλεμη”. στείρα γυναίκα. “Πήρε γυναίκα μαρμάρα”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μαρμάρα = στεῖρα, αὐτή ἡ γυναῖκα εἶναι μαρμάρα (εἶναι στεῖρα, . . . Περισσότερα

μαυλάω και μαυλίζω

προσκαλώ, προσελκύω διάφορα ζώα κοντά μου, με ειδικό ήχο και φωνή: μαυλάω τις κότες, τα περιστέρια, τα οικόσιτα ζώα κλπ. Πχ στις κότες λένε “πίλο … πίλο …πίλο … μ.. ” Δημ. Τραγ. :”Μαύλα τα περιστέρια σου / που ΄ρθανε στην αυλή μου / πετροκαλαματιανή  μου.” Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού . . . Περισσότερα

μελετινή

«Τ΄ἁγιόκλημα, ἡ μελετινἠ …” » (σελ. 297, Φωτεινός, ΑΣΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟΝ). Τὸ παρ΄ ἀρχαίοις ἁβρότονον, artemisia abrotonum  

μισολάγι

«Νὰ φθάσουν ἔνα δύστυχο, πατέρα μισολάγι» (σελ. 289, Φωτεινός, ΑΣΜΑ ΠΡΩΤΟΝ). λαγωὸς μετρίου μεγέθους, νέος ἔτι.

μονιά (η)

η φωλιά των αγριμιών, της αλεπούς, του τσακαλιού, του λύκου κλπ. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μονιὰ /ἡ/ (μονία, μονηὶς) = τὸ ἀτομικὸν καταφύγιον ἀγριμαίου, ἡ ἀτομικὴ φωλεὰ θηράματος. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης «Μὲς στὴ μονιὰ τοῦ λύκου» (σελ 160 Αθ. Διάκος ΑΣΜΑ ΤΡΙΤΟΝ) Μονιὰ ἐπί τετραπόδων . . . Περισσότερα

μονομερίδα (η)

«καὶ δὲ θυμοῦμαι, νἄνιωσα ποτέ μου τὴ λαχτάρα, ὁποῦ μὲ σφάζει σήμερα καὶ σὰ μονομερίδα ἀπὥν΄ ἁρμὸ στὸν ἄλλονε, κρυφὰ κρυφὰ χωνεύει καὶ μοῦ ρουφάει τὴ δύναμη καὶ μὲ νεκρώνει, Λάμπρε» σελ. 160 Ἀθ. Διάκος ἄσμα ΤΡΙΤΟΝ. Ὄφις μικρός, θανατηφόρος. Ἐκ δὲ τῆς ἀμβλύτητος τῆς οὐράς προῆλθεν ἡ ἰδέα ὅτι . . . Περισσότερα

νυχτοπούλι (το)

πουλί που πετάει τη νύχτα. μτφ: = άνθρωπος ξενύχτης, νυκτόβιος. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ν(υ)χτοποῦλι /τὸ/ (νὺξ-πῶλος; Ἰ. pollo) = νυκτόβιον πτηνόν, ἄνθρωπος νυκτόβιος. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης ” μὲ δίκῃο νυχτοποῦλι” (σελ. 157 Ἀθ. Διάκος, ΑΣΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟΝ) Τὰ νυχτερινὰ πτηνά, καίτοι μεγάλαις  ἔχοντας πτέρυγας, . . . Περισσότερα

ξανάφτω

«Κι ὁ δρόμος τὴ λαβωματιὰ μοῦ ξάναψε λιγάκι» (σελ. 162. Ἀθανάσιος Διάκος, ΑΣΜΑ ΤΡΙΤΟΝ) Τὸ ξανάφτω ἐπὶ ἐρεθισμοῦ καὶ φλογώσεως τῶν τραυμὰτων.

ξενεωμένος

«”… Ἀς εἴν΄ ξενεωμένος» (σελ. 318, Φωτεινός, ΑΣΜΑ ΤΡΙΤΟΝ). ἑξασθενισμένος

ξεχωνιάζω

σκάβω βαθιά το χωράφι μου, βγάνοντας πέτρες, ρίζες, κ.λπ. προκειμένου να φυτέψω νέο αμπέλι ή να κάμω άλλες ριζικές καλλιέργειες. ΒΑΛ. Αθ. Διάκ. Δ΄”Θ΄ απλώσω οργυά τα χέρια μου, τα πόδια να ριζώσω, / κι αν δε με ξεχωνιάσουνε, κι αν δε με κατακόψουν, / δε θα με διώξουν από . . . Περισσότερα

οἶκος

«Ὁ οἶκος μὲ τὰ μάλλινα τὰ παρδαλὰ διπλάρια» (σελ. 300, Φωτεινός, ΑΣΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟΝ). Λέγεται ὁ σωρὸς τῶν μαλλἰνων σκεπασμάτων τῆς οἰκίας, ἅτινα συνήθως παρὰ τοῖς χωρικοῖς ἐπισωρεύονται πάντα ὁμοῦ διπλωμένα εἵς τινα γωνίαν τῆς οἰκίας.  

ὄργος

Ὄργος /ὁ/ (ὀργάω-ἐργάω) = ὁ τόπος τῆς ἀγροτικῆς καλλιεργείας καὶ ἰδίᾳ ἡ περιοχὴ τοῦ σκαψίματος ἢ τῆς ἀρόσεως. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης ἢ ὀργός: ὁ ανορυττόμενος αὖλαξ, αὐτή ἡ γραμμή Σημειώσεις Βαλαωρίτη Ἀπαντα – Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης, Σχόλια στόν Ἀθανάσιο Διάκο

ὀρνίθι

Καὶ σὺ τὸ ξυπνητῆρι μας, σὺ τοῦ βουνοῦ τ΄ ὀρνίθι σελ. (160, Ἀθ. Διάκος, ΑΣΜΑ ΤΡΙΤΟΝ) ὀρνίθι καὶ πληθυντικῶς ὀρνίθια τὰ κατοικίδια πτηνά. Ἀλλ΄ ὅταν θέλῃ τις νὰ δηλώσῃ τὰς καθ΄ ὡρισμὲνας νυκτερινὰς ὥρας φωνὰς τοῦ  ἀλέκτορος, τότε συνηθέστερον ἑνικῶς. Λ.χ. ” Ἐλάλησε τὠρνίθι”. βλ. αρνίθι

οσκρός (ο)

το δηλητήριο μερικών φιδιών, του σκορπιού, της μέλισσας κ.α. Άγγ. Σικελιανός, Αλαφρ. Ι, 713: “κεντρώστε με τον οσκρό / κάθε φιδιού που από το ντύμα βγαίνει”. Σε περίπτωση  που ο οσκρός προερχόταν από σκορπιό, δάγκωνε δηλ. ο σκορπιός κάποιον, τότε σκότωναν έναν σκορπιό, τον καίγανε, βράζανε τη στάχτη του με . . . Περισσότερα

παραβλάσταρο

«Τοῦ Χάρου παραβλάσταρο, τοῦ τάφου σημαδοῦρι» (σελ. 190, ἈΘ. Διάκος, ΑΣΜΑ ΕΚΤΟΝ) βλ. αντίρριμμα

παραδέρνω

«Χαρά σ΄ εκείνον, πόυξερε που παραδέρνει ο Μήτρος» (σελ. 302, Φωτεινός, ΑΣΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟΝ). Τρέχω ἐδῶ καὶ ἐκεῖ

παρασαρκίδα

«παρασαρκίδα ὰφύσικη» σελ 173, Ἀθ. Διάκος, ΑΣΜΑ ΤΕΤΑΡΤΟΝ) παρασαρκίδες ἢ παρασαρκώματα. Λέγονται καὶ αἱ τερατώδεις καὶ παρὰ φύσιν ἐξογκώσεις τοῦ φλοιοῦ παλαιῶν δένδρων.

παφήλια

“Ποιὸς τρίβει τὰ παφήλια”, (σελ. 159. Αθ. Διάκος, ΑΣΜΑ ΤΡΙΤΟΝ) Αἱ ἐκ μετάλλου πολυτίμου ἢ εὐτελοῦς ζῶναι τῶν πυροβόλων. Ἡ στρατιωτικὴ τιμὴ ἐπέβαλλεν, ἐπὶ ποινῇ, καταισχύνης, τὴν ἄκραν καθαριότητα τῶν ὅπλων . Ἀλλὰ πρὸς ἰσοστάθμησιν τῆς τοιαύτης ἀπαιτήσεως οὐδεμία ἀξίωσις ὑπῆρχεν ὡς πρὸς τὴν λευκότητα τῆς φουστανέλλας. Διὸ ἔβλεπέ τις . . . Περισσότερα

περιπλοκάδι

“καὶ τὸ περιπλοκάδι, ποῦ πάντα κρύβεται δειλὸ καί τ΄ ἄπλερο κορμί του ἀλλοῦ στυλώνει τὸ φτωχό …” (σελ. 152, Αθ. Διάκος, ΑΣΜΑ ΠΡΩΤΟ) Χαριέστατον φυτόν, διά τῶν λεπτοτάτων αυτοῦ νεύρων περιπλεκόμενον εἰς τὰ στελέχη τῶν παρ΄ αὐτώ φυομένων θάμνων. Εὑρίσκεται πάντοτε κεκρυμμένον ἐν ταῖς αἱμασιαῖς. Βλ. και περποκλάδι

πετρίτης (ο)

όρνιο, είδος γερακιού. Είναι αγριοπούλι με κοντά πόδια, μακρυά δάκτυλα και πετάει σε μεγάλες αποστάσεις. Δημ. τραγ.: “Στα έμπα του μπήκε σαν αετός, στα ξέβγα σαν πετρίτης”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Πετρίτης (πέτρα, ἐπιθρώσκω) = εἶδος ἱέρακος λιθίνης ἀποχρώσεως καὶ ταχύτατος εἰς τὰς ἁρπακτικὰς ἐφορμήσεις. Τα Λευκαδίτικα . . . Περισσότερα

πηλαλάει

«Νὰ πηλαλάει τἄλογο τοῦ  Ὀμέρπασα Βριόνη» (σελ. 150, Ἀθανάσιος Διάκος, ΑΣΜΑ ΠΡΩΤΟ) Ὅταν ὁ ἵππος οἰστριλατῆται χρεμετίζων καί ὀρθούμενος

πλατόνι

«Καὶ νἄχῃ τὸ πλατόνι» (σελ. 313, Φωτεινός, ΑΣΜΑ ΤΡΙΤΟΝ). Εἶδος ἐλαφιοῦ μέ πλατέα κέρατα, ἴσως τὸ platyceros τοῦ Πλινίου καὶ ἡ εὐρύκερως τοῦ Ἀπιανοῦ