Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλα τα λήματα από Αρ. Βαλαωρίτης: Άπαντα (Σημειώσεις)

αζώηρος ή αζώερας (ο) και ἀζώϊρας

η πεταλουδίτσα που τριγυρίζει στις αναμμένες λάμπες. το άγριο φυτό, ο ανάγυρις των αρχαίων, που αναδίδει δυσοσμία. Οι χωρικοί χρησιμοποιούν τα φύλλα του για ιαματικούς σκοπούς, ιδίως στα οικόσιτα ζώα. “Θάμνος δασώδης εκ της οικογενείας των οσπριοειδών”, σημειώνει ο Αρ. Βαλαωρίτης (Άπαντα, εκδ. Φιλολ. 2, 197). Οι αρχαίοι έλεγαν: “Μη . . . Περισσότερα

αθέρας (ο)

η κοφτερή άκρη του ξυραφιού, μαχαιριού, σπαθιού, κ.λπ. “έδωκες μιαν αχτίδα σου (ο Πλάστης) αθέρα στο σπαθί μου” (ΒΑΛ. Αθ. Διάκος άσμα Γ΄στ.36). μτφ. = το εκλεχτότερο μέρος κάποιου πράγματος: “εδιάλεξα τον αθέρα” πχ του καφέ, του κρέατος κ.λπ. σε πρόσωπα: “εχάθηκε ο αθέρας των νέων του χωριού” ή “η . . . Περισσότερα

άπλερος (ο)

αδύνατος, καχεκτικός, τρυφερός. Τα επίθετα αυτά αποδίδονται σ΄ ανθρώπους και ζώα: “Πουλάκι άπλερο ακόμα” – “έκαμ΄ ένα μοσκαράκ΄ μπιτ άπλερο” – “Αυτό το παιδί είναι άπλερο”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἄπλερος -η -ο: (ἀ-πλήρης) = ἀτελής, ἀτροφικός, ἀσθενικός, ἰσχνός. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Συνηθέστατος . . . Περισσότερα

ἁρμὸς

«Ἀπὥνα ἁρμὸ στὸν ἄλλονε» (σελ. 160, ἈΘ. Διάκος, ΑΣΜΑ ΤΡΙΤΟΝ) Ἁρμὸς ή ἄρθρωσις. Ὅθεν καὶ ἡ συνήθης ἀπειλή: “Θὰ σ  κόψω ἀπὸ ἁρμὸ σ΄ ἁρμὸ

άχαρος -η -ο

ο ανεπιτήδειος για κάτι, ακατάλληλος για κάτι: “Ο τάδε είναι άχαρος (ή) δεν κάνει γι΄ αυτή τη δουλειά”. ο δυστυχής, αυτός που δε νιώθει χαρά. “Έχασε τον άντρα της κι έμεινε έρμη κι άχαρη”. “Άχαρη συζήτηση” = κουραστική, χωρίς νόημα. ΒΑΛ. Η σκλάβα: “Κι αν ίσως και στο δρόμο σου . . . Περισσότερα

γουρουνοχόρτι (το)

κυκλαμιά, κυκλαμινιά, περικλαμιά, κυκλάμινος τῶν ἀρχαίων. Cyclamen europaeum Σημειώσεις Βαλαωρίτη Ἀπαντα – Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης, Σχόλια στόν Ἀθανάσιο Διάκο

Δριμόχολο (το)

ξαφνικός ΒΔ άνεμος. Βαλαωρίτης, Αθανάσιος Διάκος Γ΄: “Δριμόχολο, τρομάρα”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Δριμόχολο /τὸ/ (δριμὺς-χόλος) = Βορειοδυτικὸς αἰφνίδιος ἄνεμος κατὰ τὸν χειμῶνα. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης “Δριμόχολο, τρομάρα” (σελ. 162, Ἀθ. Διάκος, ΑΣΜΑ ΠΡΩΤΟΝ). αἰφνίδιος, ὁρμητικώτατος βορειοδυτικός ἄνεμος, ἐπικίνδυνος ἐν θαλάσσῃ καὶ καταστρέφων τοὺς . . . Περισσότερα

καριοφίλι (και καριοφύλλι)

το γνωστό μακρύκανο τουφέκι των παλιοτέρων: ΒΑΛ. Ο Δήμος, στ. 21: “…ας πάρει το τουφέκι μου, τ΄ άξιο μου καριοφύλλι / κι ας μου το ρίξει τρεις φορές και τρεις φορές ας σκούξει … “. Ο Βαλαωρίτης μάλιστα, αναφερόμενος στην ονομασία του όπλου, σημειώνει: “επιμένω πιστεύων ότι τα περιφανή όπλα . . . Περισσότερα

καταρράκτης (ο) – καταρράχτης

το σανιδένιο σκέπασμα, που κλείνει στην κορυφή της την εσωτερική σκάλα στα παλιά σπίτια. μεγάλο πριόνι για το κόψιμο των μεγάλων ξύλων. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Καταρράχτης /ὁ/ (κατὰ-ράζω, ρέω) = ἐσωτερικὴ κλίμαξ, καταπακτή, μέγας πρίων κοπῆς κορμῶν. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης καταρράκτης (ὁ): μικρό ἄνοιγμα . . . Περισσότερα

λάγανο -α

τα πρησμένα ούλα μεγάλων ζώων, ασθένεια του στόματος μεγάλων ζώων. Φράση: “Έβγαλε τα λάγανα και δεν μπορεί να φάει”. Βαλαωρίτης, Αθανάσιος Διάκος, άσμα Γ΄: “Τα λαγανά του αιμάτωσαν …”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Λάγανο /τὸ/ (λείχω, λεῖος;) = φλεγμαῖνον ἔσω οὖλον ὑποζυγίου. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος . . . Περισσότερα

λαψάνα (η)

αγριολάχανο φαγώσιμο της οικογένειας των σιναποειδών. Δεν ταυτίζεται όμως με το σινάπι ούτε στη γεύση ούτε στην εμφάνιση. Βαλαωρίτης, Αθανάσιος Διάκος, άσμα Δ’: “Ο έρμος, ο αζώηρος, η ποταπή λαψάνα”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Λαψάνα /ἡ/ = τὸ ἐδώδιμον χόρτον σίναπις ὁ άρουραῖος, ἡ λαψάνη. Τα . . . Περισσότερα

λειψάδα

Λειψάδα: ἐκ τοῦ λείπω. Σημαίνει κενὸν σχηματισθὲν ἐκ τῆς ἀφαιρέσεως τεμαχίου τινὸς ἀπὸ στερεοῦ σώματος. Ἡ αὐτὴ τῆς ἔλλείψεως ἔννοια ἄλλως, τροπολογηθεῖσα φαίνεται καὶ ἐν τοῖς λειψός, λειψή. Σημειώσεις Βαλαωρίτη Ἀπαντα – Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης, Σχόλια στόν Ἀθανάσιο Διάκο

λιοπύρι

“Δακρύζουνε τ΄ ἀπὰρθενα τὰ χιόνια στὸ λιοπύρι” (σελ. 158, Αθ. Διάκος, ΑΣΜΑ ΤΡΙΤΟΝ). Ἡ ἡλιακὴ θερμότης

λουρίδα

ζώνη Γλωσσάριο Κ. Πατρίκιου «Ἐξάνοιξε στὴν αγκωνή, μελαχροινὴ λουρίδα, ποῦ πρόβαινε σὰ σερπετό»  (σελ. 161, Ἀθ. Διάκος, ΑΣΜΑ ΤΡΙΤΟΝ). Λωρίον. Σημαίνει ἐνταῦθα γραμμὴν μέλαιναν, δίκην ἕρποντος ὄφεως καμπτομένην. Σημειώσεις Βαλαωρίτη Ἀπαντα – Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης, Σχόλια στόν Ἀθανάσιο Διάκο

λώθρα (η)

η άκρη (η μύτη) του πεταλόκαρφου, που την αποκόπτουν μετά το μπήξιμο του καρφιού στο νύχι του ζώου. Κι αυτό για να μη “λωθροκόβεται” το ζώο. Βαλαωρ. Αθ. Διάκος, Α΄: “μουγκρίζουν, φοβερίζουνε, πως σε θα μείνει λώθρα, / σ΄ αυτή τη δύστυχη τη γη, φωτιά, δρεπάνι, τρόμος …” πράγμα χωρίς . . . Περισσότερα

μαρμάρα (η)

η στείρα φοράδα ή προβατίνα. Βαλαωρίτης, Αθανάσιος Διάκος, άσμα Γ΄: “Μες στα τριφύλλια τα παχειά σιδερική φοράδα. / μαρμάρα, φείδι φτερωτό, δροσίζεται και βόσκει / στημένη, ετοιμοπόλεμη”. στείρα γυναίκα. “Πήρε γυναίκα μαρμάρα”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μαρμάρα = στεῖρα, αὐτή ἡ γυναῖκα εἶναι μαρμάρα (εἶναι στεῖρα, . . . Περισσότερα

μονιά (η)

η φωλιά των αγριμιών, της αλεπούς, του τσακαλιού, του λύκου κλπ. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μονιὰ /ἡ/ (μονία, μονηὶς) = τὸ ἀτομικὸν καταφύγιον ἀγριμαίου, ἡ ἀτομικὴ φωλεὰ θηράματος. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης «Μὲς στὴ μονιὰ τοῦ λύκου» (σελ 160 Αθ. Διάκος ΑΣΜΑ ΤΡΙΤΟΝ) Μονιὰ ἐπί τετραπόδων . . . Περισσότερα

μονομερίδα (η)

«καὶ δὲ θυμοῦμαι, νἄνιωσα ποτέ μου τὴ λαχτάρα, ὁποῦ μὲ σφάζει σήμερα καὶ σὰ μονομερίδα ἀπὥν΄ ἁρμὸ στὸν ἄλλονε, κρυφὰ κρυφὰ χωνεύει καὶ μοῦ ρουφάει τὴ δύναμη καὶ μὲ νεκρώνει, Λάμπρε» σελ. 160 Ἀθ. Διάκος ἄσμα ΤΡΙΤΟΝ. Ὄφις μικρός, θανατηφόρος. Ἐκ δὲ τῆς ἀμβλύτητος τῆς οὐράς προῆλθεν ἡ ἰδέα ὅτι . . . Περισσότερα

νυχτοπούλι (το)

πουλί που πετάει τη νύχτα. μτφ: = άνθρωπος ξενύχτης, νυκτόβιος. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ν(υ)χτοποῦλι /τὸ/ (νὺξ-πῶλος; Ἰ. pollo) = νυκτόβιον πτηνόν, ἄνθρωπος νυκτόβιος. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης ” μὲ δίκῃο νυχτοποῦλι” (σελ. 157 Ἀθ. Διάκος, ΑΣΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟΝ) Τὰ νυχτερινὰ πτηνά, καίτοι μεγάλαις  ἔχοντας πτέρυγας, . . . Περισσότερα

ξανάφτω

«Κι ὁ δρόμος τὴ λαβωματιὰ μοῦ ξάναψε λιγάκι» (σελ. 162. Ἀθανάσιος Διάκος, ΑΣΜΑ ΤΡΙΤΟΝ) Τὸ ξανάφτω ἐπὶ ἐρεθισμοῦ καὶ φλογώσεως τῶν τραυμὰτων.

ξεχωνιάζω

σκάβω βαθιά το χωράφι μου, βγάνοντας πέτρες, ρίζες, κ.λπ. προκειμένου να φυτέψω νέο αμπέλι ή να κάμω άλλες ριζικές καλλιέργειες. ΒΑΛ. Αθ. Διάκ. Δ΄”Θ΄ απλώσω οργυά τα χέρια μου, τα πόδια να ριζώσω, / κι αν δε με ξεχωνιάσουνε, κι αν δε με κατακόψουν, / δε θα με διώξουν από . . . Περισσότερα

ὄργος

Ὄργος /ὁ/ (ὀργάω-ἐργάω) = ὁ τόπος τῆς ἀγροτικῆς καλλιεργείας καὶ ἰδίᾳ ἡ περιοχὴ τοῦ σκαψίματος ἢ τῆς ἀρόσεως. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης ἢ ὀργός: ὁ ανορυττόμενος αὖλαξ, αὐτή ἡ γραμμή Σημειώσεις Βαλαωρίτη Ἀπαντα – Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης, Σχόλια στόν Ἀθανάσιο Διάκο

ὀρνίθι

Καὶ σὺ τὸ ξυπνητῆρι μας, σὺ τοῦ βουνοῦ τ΄ ὀρνίθι σελ. (160, Ἀθ. Διάκος, ΑΣΜΑ ΤΡΙΤΟΝ) ὀρνίθι καὶ πληθυντικῶς ὀρνίθια τὰ κατοικίδια πτηνά. Ἀλλ΄ ὅταν θέλῃ τις νὰ δηλώσῃ τὰς καθ΄ ὡρισμὲνας νυκτερινὰς ὥρας φωνὰς τοῦ  ἀλέκτορος, τότε συνηθέστερον ἑνικῶς. Λ.χ. ” Ἐλάλησε τὠρνίθι”. βλ. αρνίθι

οσκρός (ο)

το δηλητήριο μερικών φιδιών, του σκορπιού, της μέλισσας κ.α. Άγγ. Σικελιανός, Αλαφρ. Ι, 713: “κεντρώστε με τον οσκρό / κάθε φιδιού που από το ντύμα βγαίνει”. Σε περίπτωση  που ο οσκρός προερχόταν από σκορπιό, δάγκωνε δηλ. ο σκορπιός κάποιον, τότε σκότωναν έναν σκορπιό, τον καίγανε, βράζανε τη στάχτη του με . . . Περισσότερα

παφήλια

“Ποιὸς τρίβει τὰ παφήλια”, (σελ. 159. Αθ. Διάκος, ΑΣΜΑ ΤΡΙΤΟΝ) Αἱ ἐκ μετάλλου πολυτίμου ἢ εὐτελοῦς ζῶναι τῶν πυροβόλων. Ἡ στρατιωτικὴ τιμὴ ἐπέβαλλεν, ἐπὶ ποινῇ, καταισχύνης, τὴν ἄκραν καθαριότητα τῶν ὅπλων . Ἀλλὰ πρὸς ἰσοστάθμησιν τῆς τοιαύτης ἀπαιτήσεως οὐδεμία ἀξίωσις ὑπῆρχεν ὡς πρὸς τὴν λευκότητα τῆς φουστανέλλας. Διὸ ἔβλεπέ τις . . . Περισσότερα

περιπλοκάδι

“καὶ τὸ περιπλοκάδι, ποῦ πάντα κρύβεται δειλὸ καί τ΄ ἄπλερο κορμί του ἀλλοῦ στυλώνει τὸ φτωχό …” (σελ. 152, Αθ. Διάκος, ΑΣΜΑ ΠΡΩΤΟ) Χαριέστατον φυτόν, διά τῶν λεπτοτάτων αυτοῦ νεύρων περιπλεκόμενον εἰς τὰ στελέχη τῶν παρ΄ αὐτώ φυομένων θάμνων. Εὑρίσκεται πάντοτε κεκρυμμένον ἐν ταῖς αἱμασιαῖς. Βλ. και περποκλάδι

πετρίτης (ο)

όρνιο, είδος γερακιού. Είναι αγριοπούλι με κοντά πόδια, μακρυά δάκτυλα και πετάει σε μεγάλες αποστάσεις. Δημ. τραγ.: “Στα έμπα του μπήκε σαν αετός, στα ξέβγα σαν πετρίτης”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Πετρίτης (πέτρα, ἐπιθρώσκω) = εἶδος ἱέρακος λιθίνης ἀποχρώσεως καὶ ταχύτατος εἰς τὰς ἁρπακτικὰς ἐφορμήσεις. Τα Λευκαδίτικα . . . Περισσότερα

Click to listen highlighted text!