Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλα τα λήματα από Αρ. Βαλαωρίτης: Άπαντα (Σημειώσεις)

αθέρας (ο)

η κοφτερή άκρη του ξυραφιού, μαχαιριού, σπαθιού, κ.λπ. “έδωκες μιαν αχτίδα σου (ο Πλάστης) αθέρα στο σπαθί μου” (ΒΑΛ. Αθ. Διάκος άσμα Γ΄στ.36). μτφ. = το εκλεχτότερο μέρος κάποιου πράγματος: “εδιάλεξα τον αθέρα” πχ του καφέ, του κρέατος κ.λπ. σε πρόσωπα: “εχάθηκε ο αθέρας των νέων του χωριού” ή “η . . . Περισσότερα

άπλερος (ο)

αδύνατος, καχεκτικός, τρυφερός. Τα επίθετα αυτά αποδίδονται σ΄ ανθρώπους και ζώα: “Πουλάκι άπλερο ακόμα” – “έκαμ΄ ένα μοσκαράκ΄ μπιτ άπλερο” – “Αυτό το παιδί είναι άπλερο”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἄπλερος -η -ο: (ἀ-πλήρης) = ἀτελής, ἀτροφικός, ἀσθενικός, ἰσχνός. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Συνηθέστατος . . . Περισσότερα

ἁρμὸς

“Ἀπὥνα ἁρμὸ στὸν ἄλλονε” (σελ. 160, ἈΘ. Διάκος, ΑΣΜΑ ΤΡΙΤΟΝ)) Ἁρμὸς ή ἄρθρωσις.  Ὅθεν καὶ ἡ συνήθης ἀπειλή: “Θὰ σ  κόψω ἀπὸ ἁρμὸ σ΄ ἁρμὸ

άχαρος -η -ο

ο ανεπιτήδειος για κάτι, ακατάλληλος για κάτι: “Ο τάδε είναι άχαρος (ή) δεν κάνει γι΄ αυτή τη δουλειά”. ο δυστυχής, αυτός που δε νιώθει χαρά. “Έχασε τον άντρα της κι έμεινε έρμη κι άχαρη”. “Άχαρη συζήτηση” = κουραστική, χωρίς νόημα. ΒΑΛ. Η σκλάβα: “Κι αν ίσως και στο δρόμο σου . . . Περισσότερα

καριοφίλι (και καριοφύλλι)

το γνωστό μακρύκανο τουφέκι των παλιοτέρων: ΒΑΛ. Ο Δήμος, στ. 21: “…ας πάρει το τουφέκι μου, τ΄ άξιο μου καριοφύλλι / κι ας μου το ρίξει τρεις φορές και τρεις φορές ας σκούξει … “. Ο Βαλαωρίτης μάλιστα, αναφερόμενος στην ονομασία του όπλου, σημειώνει: “επιμένω πιστεύων ότι τα περιφανή όπλα . . . Περισσότερα

καταρράκτης (ο) – καταρράχτης

το σανιδένιο σκέπασμα, που κλείνει στην κορυφή της την εσωτερική σκάλα στα παλιά σπίτια. μεγάλο πριόνι για το κόψιμο των μεγάλων ξύλων. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Καταρράχτης /ὁ/ (κατὰ-ράζω, ρέω) = ἐσωτερικὴ κλίμαξ, καταπακτή, μέγας πρίων κοπῆς κορμῶν. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης καταρράκτης (ὁ): μικρό ἄνοιγμα . . . Περισσότερα

λαψάνα (η)

αγριολάχανο φαγώσιμο της οικογένειας των σιναποειδών. Δεν ταυτίζεται όμως με το σινάπι ούτε στη γεύση ούτε στην εμφάνιση. Βαλαωρίτης, Αθανάσιος Διάκος, άσμα Δ’: “Ο έρμος, ο αζώηρος, η ποταπή λαψάνα”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Λαψάνα /ἡ/ = τὸ ἐδώδιμον χόρτον σίναπις ὁ άρουραῖος, ἡ λαψάνη. Τα . . . Περισσότερα

λιοπύρι

“Δακρύζουνε τ΄ ἀπὰρθενα τὰ χιόνια στὸ λιοπύρι” (σελ. 158, Αθ. Διάκος, ΑΣΜΑ ΤΡΙΤΟΝ). Ἡ ἡλιακὴ θερμότης

λώθρα (η)

η άκρη (η μύτη) του πεταλόκαρφου, που την αποκόπτουν μετά το μπήξιμο του καρφιού στο νύχι του ζώου. Κι αυτό για να μη “λωθροκόβεται” το ζώο. Βαλαωρ. Αθ. Διάκος, Α΄: “μουγκρίζουν, φοβερίζουνε, πως σε θα μείνει λώθρα, / σ΄ αυτή τη δύστυχη τη γη, φωτιά, δρεπάνι, τρόμος …” πράγμα χωρίς . . . Περισσότερα

ξεχωνιάζω

σκάβω βαθιά το χωράφι μου, βγάνοντας πέτρες, ρίζες, κ.λπ. προκειμένου να φυτέψω νέο αμπέλι ή να κάμω άλλες ριζικές καλλιέργειες. ΒΑΛ. Αθ. Διάκ. Δ΄”Θ΄ απλώσω οργυά τα χέρια μου, τα πόδια να ριζώσω, / κι αν δε με ξεχωνιάσουνε, κι αν δε με κατακόψουν, / δε θα με διώξουν από . . . Περισσότερα

ὄργος

Ὄργος /ὁ/ (ὀργάω-ἐργάω) = ὁ τόπος τῆς ἀγροτικῆς καλλιεργείας καὶ ἰδίᾳ ἡ περιοχὴ τοῦ σκαψίματος ἢ τῆς ἀρόσεως. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης ἢ ὀργός: ὁ ανορυττόμενος αὖλαξ, αὐτή ἡ γραμμή Σημειώσεις Βαλαωρίτη Ἀπαντα – Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης, Σχόλια στόν Ἀθανάσιο Διάκο

ὀρνίθι

Καὶ σὺ τὸ ξυπνητῆρι μας, σὺ τοῦ βουνοῦ τ΄ ὀρνίθι σελ. (160, Ἀθ. Διάκος, ΑΣΜΑ ΤΡΙΤΟΝ) ὀρνίθι καὶ πληθυντικῶς ὀρνίθια τὰ κατοικίδια πτηνά. Ἀλλ΄ ὅταν θέλῃ τις νὰ δηλώσῃ τὰς καθ΄ ὡρισμὲνας νυκτερινὰς ὥρας φωνὰς τοῦ  ἀλέκτορος, τότε συνηθέστερον ἑνικῶς. Λ.χ. ” Ἐλάλησε τὠρνίθι”. βλ. αρνίθι

παφήλια

“Ποιὸς τρίβει τὰ παφήλια”, (σελ. 159. Αθ. Διάκος, ΑΣΜΑ ΤΡΙΤΟΝ) Αἱ ἐκ μετάλλου πολυτίμου ἢ εὐτελοῦς ζῶναι τῶν πυροβόλων. Ἡ στρατιωτικὴ τιμὴ ἐπέβαλλεν, ἐπὶ ποινῇ, καταισχύνης, τὴν ἄκραν καθαριότητα τῶν ὅπλων . Ἀλλὰ πρὸς ἰσοστάθμησιν τῆς τοιαύτης ἀπαιτήσεως οὐδεμία ἀξίωσις ὑπῆρχεν ὡς πρὸς τὴν λευκότητα τῆς φουστανέλλας. Διὸ ἔβλεπέ τις . . . Περισσότερα

περιπλοκάδι

“καὶ τὸ περιπλοκάδι, ποῦ πάντα κρύβεται δειλὸ καί τ΄ ἄπλερο κορμί του ἀλλοῦ στυλώνει τὸ φτωχό …” (σελ. 152, Αθ. Διάκος, ΑΣΜΑ ΠΡΩΤΟ) Χαριέστατον φυτόν, διά τῶν λεπτοτάτων αυτοῦ νεύρων περιπλεκόμενον εἰς τὰ στελέχη τῶν παρ΄ αὐτώ φυομένων θάμνων. Εὑρίσκεται πάντοτε κεκρυμμένον ἐν ταῖς αἱμασιαῖς. Βλ. και περποκλάδι

πετρίτης (ο)

όρνιο, είδος γερακιού. Είναι αγριοπούλι με κοντά πόδια, μακρυά δάκτυλα και πετάει σε μεγάλες αποστάσεις. Δημ. τραγ.: “Στα έμπα του μπήκε σαν αετός, στα ξέβγα σαν πετρίτης”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Πετρίτης (πέτρα, ἐπιθρώσκω) = εἶδος ἱέρακος λιθίνης ἀποχρώσεως καὶ ταχύτατος εἰς τὰς ἁρπακτικὰς ἐφορμήσεις. Τα Λευκαδίτικα . . . Περισσότερα

πηλαλάει

«Νὰ πηλαλάει τἄλογο τοῦ  Ὀμέρπασα Βριόνη» (σελ. 150, Ἀθανάσιος Διάκος, ΑΣΜΑ ΠΡΩΤΟ) Ὅταν ὁ ἵππος οἰστριλατῆται χρεμετίζων καί ὀρθούμενος

ποριά (η) και πορειά

πέρασμα και μπασιά: στους κήπους, στα αμπέλια, στα περιβόλια κ.λπ. υπάρχουν πάντα οι ποριές με την έννοια της φραγμένης πρόχειρα εισόδου. ΒΑΛ. Αθαν. Διάκος, Α΄: “Αυτή την έρμη την ποριά με το κορμί θα φράξω”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης (Με -ι-, όχι με -ει-). Τη λέμε . . . Περισσότερα

πουρί ή πωρί ή πορί

η πέτρα των δοντιών μας, οι ακαθαρσίες των αυτιών μας, το ασβεστούχο επίστρωμα στους νεροσωλήνες, οι πέτρες των νεφρών κ.λπ. Συνταγή “περί εκείνους οπού έχουν πέτρα, ήγουν πουρί. Πάρε τζουκνίδα μαζί με τον σπόρον της και βάλε το ζουμήν και πότισον τον άνθρωπον. Και τα κοπανίσματα βάλε τηγανισέ τα και . . . Περισσότερα

σφελαχτὸς

Σφελαχτὸς βλ. λ. ἀσφελαχτός. “Τὸ θροῦμπι, τὴν ἀλιφασκιά, τὸ σφελαχτό ..” (σελ. 158, Αθ. Διάκος, ΑΣΜΑ ΤΡΙΤΟΝ) Spartium scorpius. Θάμνος ἀκανθώδης ἐκ τῶν πρώτων φυτῶν, ἅτινα ἀναγγέλουσι τό ἔαρ διὰ τῶν ὡραίων κιτρίνων ἀνθέων των. Σημειώσεις Βαλαωρίτη Ἀπαντα – Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης, Σχόλια στόν Ἀθανάσιο Διάκο

χαμαίδρυο (το)

το φυτό τεύκριον, κοινώς χόρτο της Παναγίας. Είναι πολύ πικρό. Οι παλιότεροι το χρησιμοποιούσαν για τη θεραπεία των στομαχικών. ΒΑΛ. Αθ. Διάκος, Α΄: ” … χάνει με μιας την ασχήμια και την ταπεινωσύνη / ο έρμος ο αζώηρος, η ποταπή λαψάνα / γλυκαίνει το χαμαίδρυο …”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού . . . Περισσότερα

Click to listen highlighted text!