η

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στο Λευκαδίτικο ιδίωμα!

Όλα τα λήματα από Αρ. Βαλαωρίτης: Άπαντα (Σημειώσεις)

αγιόκλημα (το)

φυτό αναρριχώμενο του κήπου και του αγρού. Αναδίνει εξαίσια και λεπτή ευωδιά, βγάζοντας άνθη άσπρα, κυρίως, αλλά και κόκκινα. Δεν λείπει από κανέναν περιποιημένο κήπο ή περιβόλι στην Λευκάδα, με παράδοση αιώνων, όπως και πολλά άλλα “παραδοσιακά λουλούδια”. “όπου επρασίνιζε πυκνός ο νύλακας, το μύρτο/τ΄αγιόκλημα, η μελετινή…” Αρ. Βαλαωρίτης – . . . Περισσότερα

αγριομανώ

λέγεται σε περίπτωση άγριας, πυκνής και μεγάλης βλάστησης: “Μέσ΄ το σκοτάδι το βαθύ χιλιόχρονο ρουπάκι / φοβέριζε τον ουρανό με τ΄ αγριομάνητό του” (ΒΑΛ. Αθανάσιος Διάκος Δ΄άσμα Δ΄ 22). Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης “Φοβέριζε τὸν οὐρανὸ μέ τἀγριομανητό του” σελ 172, Ἀθ. Διάκος, ΑΣΜΑ ΤΕΤΑΡΤΟΝ) ἀγριομανῶ ὡς . . . Περισσότερα

αζώηρος ή αζώερας (ο) και ἀζώϊρας

η πεταλουδίτσα που τριγυρίζει στις αναμμένες λάμπες. το άγριο φυτό, ο ανάγυρις των αρχαίων, που αναδίδει δυσοσμία. Οι χωρικοί χρησιμοποιούν τα φύλλα του για ιαματικούς σκοπούς, ιδίως στα οικόσιτα ζώα. “Θάμνος δασώδης εκ της οικογενείας των οσπριοειδών”, σημειώνει ο Αρ. Βαλαωρίτης (Άπαντα, εκδ. Φιλολ. 2, 197). Οι αρχαίοι έλεγαν: “Μη . . . Περισσότερα

αθέρας (ο)

η κοφτερή άκρη του ξυραφιού, μαχαιριού, σπαθιού, κ.λπ. “έδωκες μιαν αχτίδα σου (ο Πλάστης) αθέρα στο σπαθί μου” (ΒΑΛ. Αθ. Διάκος άσμα Γ΄στ.36). μτφ. = το εκλεχτότερο μέρος κάποιου πράγματος: “εδιάλεξα τον αθέρα” πχ του καφέ, του κρέατος κ.λπ. σε πρόσωπα: “εχάθηκε ο αθέρας των νέων του χωριού” ή “η . . . Περισσότερα

άπλερος (ο)

αδύνατος, καχεκτικός, τρυφερός. Τα επίθετα αυτά αποδίδονται σ΄ ανθρώπους και ζώα: “Πουλάκι άπλερο ακόμα” – “έκαμ΄ ένα μοσκαράκ΄ μπιτ άπλερο” – “Αυτό το παιδί είναι άπλερο”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἄπλερος -η -ο: (ἀ-πλήρης) = ἀτελής, ἀτροφικός, ἀσθενικός, ἰσχνός. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Συνηθέστατος . . . Περισσότερα

ἁρμὸς

«Ἀπὥνα ἁρμὸ στὸν ἄλλονε» (σελ. 160, ἈΘ. Διάκος, ΑΣΜΑ ΤΡΙΤΟΝ) Ἁρμὸς ή ἄρθρωσις. Ὅθεν καὶ ἡ συνήθης ἀπειλή: “Θὰ σ  κόψω ἀπὸ ἁρμὸ σ΄ ἁρμὸ

ἀσπρογαλιάζει

«Βλέπει πἀσπρογαλιάζει» (σελ. 182, ἈΘ. Διάκος, ΑΣΜΑ ΠΕΜΠΤΟΝ) Ἀσπρογαλιάζει: τὸ ὑπόλευκον χρῶμα τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς θαλάσσης, κατὰ τὸ λυκαυγὲς τῆς ἡμερας.

άχαρος -η -ο

ο ανεπιτήδειος για κάτι, ακατάλληλος για κάτι: “Ο τάδε είναι άχαρος (ή) δεν κάνει γι΄ αυτή τη δουλειά”. ο δυστυχής, αυτός που δε νιώθει χαρά. “Έχασε τον άντρα της κι έμεινε έρμη κι άχαρη”. “Άχαρη συζήτηση” = κουραστική, χωρίς νόημα. ΒΑΛ. Η σκλάβα: “Κι αν ίσως και στο δρόμο σου . . . Περισσότερα

ἁψάδα

«Τὴν ἄγρια τὴν ἁψάδα» (σελ. 181, ἈΘ. Διάκος, ΑΣΜΑ ΠΕΜΠΤΟΝ) Ἁψάδα, κυρίως ἑπὶ δριμέων ὑγρῶν, μεταφορικῶς δὲ σημαίνει θυμόν.Ἁψύς, θυμοειδής. Συνηθέστατον, ἐπί ἳππων.

βασιλεύω (μτφ)

«Κ΄ ἐπλάγιασε πρώτη φορὰ χωρίς νὰ βασιλέψουν τὰ μάτια της τἀ φωτεινά …” » (σελ. 309, Φωτεινός, ΑΣΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟΝ). Λέγεται περὶ τοῦ ἡλιου, βασιλεύει ὁ ἡλιος, ἤτοι δύει ὁ ἡλιος, κοινοτάτης ὅμως χρήσεως καὶ ἐπὶ ὀφθαλμῶν, ὅταν ἀρχίζωσι νὰ κλείωνται ἐκ τοῦ ὑπνου.

βραχοκαταλύτης

«Του Φλώρου τ΄ αγριόπαιδο, το βραχοκαταλύτη» (σελ. 306, Φωτεινός, ΑΣΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟΝ). Καὶ πετροκαταλύτης, ἄνθρωπος ἀκαταδάμαστος, καταβάλλων πᾶν πρόσκομμα, καταλύων βράχους καὶ πέτρας.

γαύρα

«γαύρα παντοῦ καὶ λύσσα» (σελ. 290, Φωτεινός, ΑΣΜΑ ΠΡΩΤΟΝ). Γαύρα καὶ λύσσα, συνήθης φρὰσις σημαίνουσα κατάστασιν ἀνυπόφορον. Γαύρα σημαίνει κυριολεκτικῶς καμάρωμα ἑπομένως ὑπερηφάνεια ἐπὶ κακοῦ, ἀλαζονεία. Τοῦτο δὲ σημαίνει ἐν τῇ φράσει, ἥτις εἴναι προφανῶς λείψανον ἐποχῆς καταδυναστεύσεως

γενειάζω

«… γενειάζει ἐκεῖ βαθειὰ βαθειὰ κ΄ ὑφαίνει τὸν πλοκό του» (σελ. 183, ἈΘ. Διάκος, ΑΣΜΑ ΠΕΜΠΤΟΝ) Γενειάζει ἐπὶ τῶν φυτῶν, ὅταν βάλλωσι τὰς πρώτας οἱονεὶ τριχωειδεῖς ῥίζας. Ἐπὶ κισσοῦ, ὄταν προσκολλᾶται διὰ τῶν ἐλαστικωτἀτων νεύρων, ἅτινα ἀναφύονται ἐκ των ἀπείρων αὐτοῦ γονάτων.

γονὸς

«Σά στό κυβέρτι η μέλισσαις πρίν ο γονός κινήση» (σελ. 182, ἈΘ. Διάκος, ΑΣΜΑ ΠΕΜΠΤΟΝ) Ἡ νέα γενεὰ τῶν μελισσῶν, ἡ κατὰ τὸ ἔαρ ἀπολείπουσα τὸν γενέθλιον οἶκον καὶ μεταναστεύουσα ἀλλαχόσε.  Ὅστις παρετήρησεν ἐκ τοῦ πλησίον τὰ πολύτιμα ταῦτα ἒντομα δὲν παρέλειψε βεβαίως νὰ σημειώσῃ τὸν ἀπερίγραπτον βόμβον, ὅστις ἐπικρατεῖ . . . Περισσότερα

γούλι (το)

το ούλον (τα ούλα) του στόματος. Σε γιατροσόφι του ΙΖ΄αι. διαβάζομε: “Για τη θεραπεία των ούλων. Περί εκείνου, οπού βγάζει εις τον σιτόμα και πρίσκονται τα γούλια του, ή(γ)ουν τα χείλια: Πάρε ροδιγιάς ρίζα και κοπάνισέ την, βάλτηνε εις το κρασί και έπειτα να π(ι)λένεις τον πόνο και γαίνει”. Λεξικό . . . Περισσότερα

γουρουνοχόρτι (το)

κυκλαμιά, κυκλαμινιά, περικλαμιά, κυκλάμινος τῶν ἀρχαίων. Cyclamen europaeum Σημειώσεις Βαλαωρίτη Ἀπαντα – Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης, Σχόλια στόν Ἀθανάσιο Διάκο

δαμάλι

«Ποῦ μ΄ ένα γρόθο Ἐσκότωσε τριέτικο δαμάλι» (σελ. 306, Φωτεινός, ΑΣΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟΝ). Λέγεται συνήθως οὐχὶ ἡ δάμαλις, δηλαδὴ ἡ νέα βοῦς, κατὰ τὴν παρ΄ ἀρχαῖοις σημασίαν, ἀλλ΄ ὁ νεαρὸς βοῦς.

Δριμόχολο (το)

ξαφνικός ΒΔ άνεμος. Βαλαωρίτης, Αθανάσιος Διάκος Γ΄: “Δριμόχολο, τρομάρα”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Δριμόχολο /τὸ/ (δριμὺς-χόλος) = Βορειοδυτικὸς αἰφνίδιος ἄνεμος κατὰ τὸν χειμῶνα. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης “Δριμόχολο, τρομάρα” (σελ. 162, Ἀθ. Διάκος, ΑΣΜΑ ΠΡΩΤΟΝ). αἰφνίδιος, ὁρμητικώτατος βορειοδυτικός ἄνεμος, ἐπικίνδυνος ἐν θαλάσσῃ καὶ καταστρέφων τοὺς . . . Περισσότερα

θολός στο πάτημά του

«”…θολός στὸ πάτημά του» (σελ. 289, Φωτεινός, ΑΣΜΑ ΠΡΩΤΟΝ). θολός: τεταραγμένος φράσις, σημαίνει εἰς ἥν θέσιν εὑρίσκετο εἰς τὸ αὐτὸ πάτημα.  

θρῶς

«Τί, θρῶς ποῦ γίνεται, τί χλαλοή, πατέρα» (σελ. 287, Φωτεινός, ΑΣΜΑ ΠΡΩΤΟΝ). θόρυβος

καρίκι

Καρίκι, § τεμάχιον ξηρᾶς κολοκύνθης, δι᾿ οὗ συνάγουσιν ἀπὸ τῆς σκάφης τοῦ ἐλαιοτριβείου τὸ ἔλαιον. Σημ. Ἐκ τοῦ κάρα, διὰ τὸ σχῆμά του. Σύλλαβος – Ιωάννου Σταματέλου «Θὰ σπάσῃ τὸ καρίκι» (σελ. 293, Φωτεινός, ΑΣΜΑ ΠΡΩΤΟΝ). Σκληρὸν ἐξώφλοιον ἐν γένει, ἐνταῦθα σημαίνει τὀ ἐξωτερικὀν περίβλημα τοῦ βόμβυκος τοῦ μεταξοσκώληκος Σημειώσεις . . . Περισσότερα

καριοφίλι (και καριοφύλλι)

το γνωστό μακρύκανο τουφέκι των παλιοτέρων: ΒΑΛ. Ο Δήμος, στ. 21: “…ας πάρει το τουφέκι μου, τ΄ άξιο μου καριοφύλλι / κι ας μου το ρίξει τρεις φορές και τρεις φορές ας σκούξει … “. Ο Βαλαωρίτης μάλιστα, αναφερόμενος στην ονομασία του όπλου, σημειώνει: “επιμένω πιστεύων ότι τα περιφανή όπλα . . . Περισσότερα

καταρράκτης (ο) – καταρράχτης

το σανιδένιο σκέπασμα, που κλείνει στην κορυφή της την εσωτερική σκάλα στα παλιά σπίτια. μεγάλο πριόνι για το κόψιμο των μεγάλων ξύλων. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Καταρράχτης /ὁ/ (κατὰ-ράζω, ρέω) = ἐσωτερικὴ κλίμαξ, καταπακτή, μέγας πρίων κοπῆς κορμῶν. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης καταρράκτης (ὁ): μικρό ἄνοιγμα . . . Περισσότερα

κόβω-κόβει

(απρόσωπο) Για το κρασί λέμε ότι έκοψε = εξίνισε. Σε παλιό χργρφ. του 1744 (Ιστορικό Αρχείο Λευκάδας) διαβάζομε: ” … το επήλιπο κρασή το έδοσα ις το κάστρο από δεκατέσσαρες λίτρες (=λίρες) τη βαρέλα, διατή έκοψε και ίπιασα λίτρες 420″ – “Το γάλα έκοψς”, δηλ. ξίνισε, χάλασε. φράσεις: “Με κόβει” . . . Περισσότερα

λάγανο -α

τα πρησμένα ούλα μεγάλων ζώων, ασθένεια του στόματος μεγάλων ζώων. Φράση: “Έβγαλε τα λάγανα και δεν μπορεί να φάει”. Βαλαωρίτης, Αθανάσιος Διάκος, άσμα Γ΄: “Τα λαγανά του αιμάτωσαν …”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Λάγανο /τὸ/ (λείχω, λεῖος;) = φλεγμαῖνον ἔσω οὖλον ὑποζυγίου. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος . . . Περισσότερα

λάχανα

«Κατέβασε τα λάχαν, Θωδούλα μη μοριάσουν» (σελ. 302, Φωτεινός, ΑΣΜΑ ΠΡΩΤΟΝ). Τα χόρτα ἐν γένει καὶ ἰδίως τὰ ἄγρια

λαψάνα (η)

αγριολάχανο φαγώσιμο της οικογένειας των σιναποειδών. Δεν ταυτίζεται όμως με το σινάπι ούτε στη γεύση ούτε στην εμφάνιση. Βαλαωρίτης, Αθανάσιος Διάκος, άσμα Δ’: “Ο έρμος, ο αζώηρος, η ποταπή λαψάνα”. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Λαψάνα /ἡ/ = τὸ ἐδώδιμον χόρτον σίναπις ὁ άρουραῖος, ἡ λαψάνη. Τα . . . Περισσότερα