Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

σ(υ)νεπαίρνω

βοηθώ κάποιον που σηκώνει στους ώμους του ή στο κεφάλι του ένα βάρος, παίρνοντας το βάρος αυτό κι εγώ για κάμποσο διάστημα. Τον ανακουφίζω. (συνεπαίρνω)

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Σ(υ)νεπαίρνω (σὺν-ἐπὶ-αἵρω) = συνοδεύω πρόσωπον ἀναλαμβάνων μέρος τοῦ φόρτου του, βοηθῶ τινὰ ἀπερχόμενον.

Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *