Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

σ(υ)νεφέρνω

Συνεφέρνω (σὺν-φέρω) = βοηθῶ τινα ν’ ἀναλάβῃ ἐκ λιποθυμίας ἢ κακουχίας.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *