Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

σ(υ)χέριο

Συχέριο /τὸ/ (σὺν-χεὶρ) = χεὶρ βοηθείας, ὁμοχειρία, ἀρωγή, ἐνίσχυσις.

Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

Συχέριο, § βοήθεια, συνδρομὴ ὑλική. Π. εἶχα σήμερα ζύμωσι κ᾿ ἡ δούλα μ᾿ ἔδωκι συχέριο = μ᾿ ἐβοήθησε.

Σημ. Ἐκ τοῦ σὺν καὶ χείρ. Ἡ τοῦ ν ἀφαίρεσις πρὸ τοῦ χ ἐν πολλοῖς εὐχρηστεῖ· οὕτω λέγ. καὶ συγχώριο, συγχωρῶ, συχαίρομαι κτλ.

Σύλλαβος – Ιωάννου Σταματέλου

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *