Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

σ(υ)μπέθερος -θέρα

Σ(υ)μπέθερος -θέρα / συμπέθερος  (σὺν-πενθερὸς) = (προσωνυμία μεταξὺ τῶν ἑκατέρωθεν συγγενῶν τῶν συζύγων), προξενητὴς συνοικεσίου, ἀκόλουθος τῆς γαμηλίου πομπῆς.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *