Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

στενωσ(ι)ὰ

Στενωσ(ι)ὰ /ἡ/ = στένωσις, περιωρισμένος χῶρος, στενὴ πάροδος, συνωστισμός.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *