Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

στέκα (η)

άλλη ονομασία του καμπζέτου με καλάμια, είδος στηθόδεσμου για παντρεμένες για να κρατιέται καλά και να είναι μπροστά ο μπούστος της γυναίκας. Αποτελεί απαραίτητο εξάρτημα της παραδοσιακής λευκαδίτικης φορεσιάς, τα “Ρωμαίικα“. Σε αρκετές περιπτώσεις – ιδίως στην πόλη – η στέκα ήταν ένα ντυμένο με λεπτό άσπρο ύφασμα χαρτί που το ΄βαναν με οξεία γωνία κάτω από τη σπαλέτα ( Η λευκαδίτικη λαϊκή φορεσιά, σελ. 67).

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Στέκα /ἡ/ (Ἰ. stecca) = γυναικεῖος στηθόδεσμος ἐγγάμων ἐξ ἐπενδεδυμένου χαρτονίου (ἀπαραίτητον ἐξάρτημα τῆς ἐπισήμου ἐνδυμασίας «Ρωμαίϊκα»).

Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

 
Click to listen highlighted text!