Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

σώνω

φθάνω να πιάσω κάτι, αρκώ, εξαντλώ.
“Σώσε μου τη σήτα, γιατί εγώ δε φτάνω”  – “σώνει, δε χρειάζεται άλλο αλάτι το φαΐ” – “το ξίδι μας εσώθηκε, θέλομε άλλο”.
Κατάρα: “Μη σώσεις και μη φτάσεις”.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Σώνω (ἴσος -όω) = ἐξισοῦμαι, φθάνω, καταφθάνω, ἐξαρκῶ, ἐξαντλῶ δι’ ἀναλώσεως.

Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *