Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

σωκήπι (το)

κήπος κομμάτι γης μέσα στο χωριό, όπου έβαναν και καλλιεργούσαν αγκινάρες, κουκιά, σκόρδα, κρεμμύδια, ντομάτες κ.λπ.
Σε μικρές πάντα ποσότητες.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Σωκῆπ(ι) /τὸ/ (ἔσω-κῆπος) = τμῆμα καλλιεργησίμου γῆς ἐντὸς χωρίου ἢ εἸς τὰς παρυφὰς αὐτοῦ (διὰ λαχανοκηπουρικὰ πρώτης ἀνάγκης).

Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

Σωκήπι = ἐσωκήπι, κῆπος στό σπίτι περιφραγμένος.

Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής


 Σωκήπια, τα: (έσω+κήπια) = οι εσωτερικοί κήποι, οι κήποι της αυλής. Η διάταξη της οικίας, απ’ την Ομηρική ακόμη εποχή, προϋπέθετε εσωτερική αυλή και μικρά σωκήπια, όπως στα παραδοσιακά λευκαδίτικα σπίτια.Γλωσσάριο Ιωάννας Κόκλα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *