Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

σκαρμὸς

Σκαρμὸς /ὁ/ (σκαλμὸς) = ὁ πασσαλίσκος ἐπὶ τῆς κουπαστῆς ἀπὸ τοῦ ὁποίου προσδένεται χαλαρῶς ἡ κώπη, ὁ ἰχθῦς σφύραινα ἢ λοῦτσος.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *