Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

σκαμνὶ

Σκαμνὶ /τὸ/ (σκαμβός, σκίμπους, Γλ. escabeau) = ξύλινον χαμηλὸν κάθισμα.

Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης


σύνεργο του διασιδιού. Είναι ξύλινο τριγωνικό κατασκεύασμα με ένα πόδι στην κάθε γωνία, κάτι σαν αναποδογυριμένη πυροστιά. Από το ένα πόδι δένουν το σύνολο των κλωστών, που τραβάει η γυναίκα που διάζεται, απ΄ όλα μαζί τα καλάμια της διάστρας. Φουχτώνει δηλ. τόσες κλωστές, όσα είναι τα καλάμια. Απάνω στο σκαμνί τοποθετούν μια βαριά πέτρα, για να μη μετακινείται εύκολα. Το σύρουν, ωστόσο, όταν χριεαστεί, προς τα πίσω και πάει σε μεγάλη απόσταση από τη διάστρα, τόσα μέτρα, όσα είναι το μάκρος του νήματος, που βαστούν τα καλάμια.

Από τη σειρά βιβλίων «Λαογραφικά της Λευκάδας» του Πανταζή Κοντομίχη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *