Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

σκ΄λί (το)

  1. σκλί: το μικρό δεμάτι ακατέργαστου λιναριού (καλαμιές) μετά την αφαίρεση του λιναρόσπορου
  2. κατεργασμένο και χτενισμένο ψιλό λινάρι για γνέσιμο
Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης

Σκουλί = χειροδέσμη κατεργασμένου λιναριοῦ, ἕνα σκουλί λινάρι (ἕνα μάτσο λινάρι).

Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *