Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

σφυρίδι (το)

πλεχτός σάκος με βούρλα ή τραγόμαλλο σε σχήμα φακέλου που το χρησιμοποιούσαν παλιότερα στα λιτρουβειά για να βάνουν μέσα στο ζυμάρι της αλεσμένης ελιάς για να τη στείψει η μηχανή. Τα σφυρίδια τα αντικατέστησαν τα τσόλια. Με τα σφυρίδια έστειφταν και τα τσίπουρα.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Σφ(υ)ρίδ(ι) /τὸ/ (σφυρίς, σπυρίδιον) = πλεκτὸν σκεῦος ἐκ βούρλων (ἐν εἴδει δισκοειδοῦς φακέλλου ἀνοικτοῦ κατὰ τὸ κέντρον τῆς μιᾶς ἐπιφανείας) ἐκ τῶν χρησιμοποιουμένων ἐπαλλήλως πρὸς ἔκθλιψιν στεμφύλων, ποδόμακτρον ἐξ ἐφθαρμένου τοιούτου σκεύους.

Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

Σφῃρίδι § στρογγυλοειδές τι ψάθινον ἀγγεῖον, ὅπερ πληρούμενον ὑπὸ ἐλαιοκάρπου, τίθεται ὑπὸ τὸ πιεστήριον τοῦ ἐλαιοτριβείου.

Σημ. Ἐκ τοῦ σφαιρίδιον (Σύλλ. 27).

Σύλλαβος – Ιωάννου Σταματέλου

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *