Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

σφάκελο, σφακελίδι

Η γνωστή προσβλητική χειρονομία (μούτζα) “που συνιστάται σε άνοιγμα της παλάμης και των δακτύλων του ενός ή και των δύο χεριών και προβολής τους προς την κατεύθυνση αυτού, προς τον οποίον τρέφεται η προσβολή” (Μπαμπινιώτης).

Συνοδεύεται συνήθως η κίνηση αυτή με τις φράσεις “πάρε πέντε να ΄χεις δέκα” ‘η “πάρτα να μη στα χρωστάω” κ.λπ.

Η λέξη είναι φάσκελο με “αντιπαράθεση” – κατά τον Ανδριώτη – από το αρχαίο σφάκελος. (Στην Καρυά τουλάχιστον, λέγαμε και λέμε αρχαιοπρεπώς σφάκελο και για έμφασή, σφακελίδι.

Αυτό που εδώ πρέπει να υπογραμμισθεί, είναι η ανάλογη “πρόστυχη” και κατ΄ εξοχήν προσβλητική χειρονομία πέρα της “ανοιχτής παλάμης” – που στο χωριό παλιά ήταν “εν χρήσει”, ιδίως από τις γυναίκες, οι οποίες ήταν (και είναι;) σε πολλά τολμηρότερες από των ανδρών. Κι αυτή ήταν η τοποθέτηση του μεγάλου δάχτυλου (σε αργή κίνηση), ανάμεσα στον παράμεσο και το δείχτη του χεριού (ή και του άλλου, δηλαδή και των δύο, για μεγαλύτερη έμφαση) καταπρόσωπο του υβριζόμενου. Ο χαρακτηρισμός αυτής της κίνησης ως “πρόστυχης” έγκειται στο ότι αυτή “απεικονίζει” τη σεξουαλική επαφή και πράξη.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *