Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

σέρνω

  1. επιδιορθώνω, διευθετώ: “Έβαλα και μου έσυραν τα κεραμίδια στο σπίτι, γιατί έμπαζε νερό”
    Παλιότερα, σε χργρφ, σημείωση του 1755: “δια ένα βαγένι οπού έβαλα τους αρβανητάδες και μου το έσυρανε, εξόδιασα μονέδα …” (Ιστορικό Αρχείο Λευκάδας” \
  2. μοιάζω: “Η κοπέλα σέρνει της μάνας της”.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Σέρνω (σειρόω, συναίρω) = γονιμοποιῶ δι᾿ ἐπιβάσεως (ἐπὶ βοῶν), (σύρω) = κατασύρω, τραβῶ, ἀποσύρομαι: «ἔσυρε ὁ λαγός».

Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης


σέρνω (τή στέγη): ἀνατοποθετῶ τά κεραμίδια τῆς στέγης.

Λεξικό Ιδιωματικών Όρων — Χαρά Παπαδάτου


Σέρνει = μοιάζει λίγο, τό παιδί σέρνει τῆς θείας του (μοιάζει λίγο τῆς θείας του).

Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

“σέρνω τα κεραμίδια”: επιδιορθώνω τα κεραμιδια στη στέγη, τα βλαζω στη θέση τους
Μια φορά κι έναν καιρό … Φίλιππου Λάζαρη / Επιμέλεια λεξιλογίου Βασίλης Φίλιππας

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!