Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

σάζω

Σάζω (ἴσος -άζω) = ἰσάζω, εὐθετῶ, τακτοποιῶ, συγυρίζω, διευθετῶ διένεξιν, περατῶ διαπραγμάτευσιν συμφωνίας.

Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

Σάζω = φτιάχνω, σάζω, τά μαλλιά μου (τακτοποιῶ τά μαλλιά μου).

Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *