Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

σαβόρος (ο)

είδος μαγειρέματος ψαριών.
Χρησιμοποιούν γι΄ αυτό ψάρια διαφόρων ειδών. Τα τηγανίζουν και τα ποστιάζουν σε ένα δοχείο όπου ρίχνουν απάνω μια σάλτσα από σταφίδα, λάδι, ξίδι, σκόρδο. Διατηρείται πολλούς μήνες.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Σαβόρος /ὁ/ (Ἰ. savore, sapore) = ψάρια τηγανητὰ ἐντὸς ἐλαίου καὶ ὄξους πρὸς διατήρησιν, ψάρια μαρινᾶτα.

Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *