Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

σακατεύω -ομαι

χτυπώ κάποιον άσχημα, τον τραυματίζω, τον καθιστώ σακάτη.
Το σακατεύω αναφέρεται και σε τραυματισμό από ζώα, από γάτες ή σκύλους, επίσης σε αγκαθωτούς θάμνους ή αγκαθωτό συρματόπλεγμα. Γι΄ αυτό λέμε: “Σακατεύτηκα, με σακάτεψε, θα σε σακατέψω”.
Κατάρα: “Μωρέ σακατεμένο”.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Σακατεύω (Ἰ. sciancato, Ἀ. Τ. σακὰτ) = καθιστῶ τινὰ ἀνάπηρον, τραυματίζω.

Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *