Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

σακαδόρος (ο)

το μέρος της παραλίας, όπου οι ψαράδες αδειάζουν τα ψάρια του σάκου.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Σακκαδόρος /ὁ/ (σάκκος, Ἰ. saccheggiare) = τὸ σημεῖον τῆς ἀκτῆς ὅπου ἀνασύρεται ὁ σάκκος τῆς τράτας καὶ κενοῦται ἀπὸ τὸ ἁλίευμα.

Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *