Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

σαϊτάρι (το)

  1. φίδι από τα πιο συνηθισμένα. Είναι επικίνδυνο, γιατί, όπως πιστεύει ο λαός, πετιέται στο θύμα σαν σαγίτα. Δεν είναι δηλητηριώδες.
  2. τα μικρά στραγγιστικά, αποχετευτικά αυλάκια, που “στραγγίζουν” το χωράφι.
    Σε χργρφ. κτηματία του 1745 (Ιστορικό Αρχείο Λευκάδας) διαβάζομε: “Έβαλα εις τα αμπέλια εις το Βαρδάνη και έκαμα σούδες και σαητάρια, όθεν ήτανε χρία”.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Σαϊτάρ(ι) /τὀ/ = (Ἰ. saettone, Λ. sagitta) = ὁ ὄφις ἀκοντίας (δενδρογαλῆ ἡ ἐλαφρά). (Π. Τ. σαγὲ-τὰρ) = ὑδραγωγὸς αὖλαξ ἀποχετεύσεως.

Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης


Σαϊτάρι = φίδι πού σέρνεται ἀναπηδώντας λίγο μεγαλύτερο τῆς ὀχιᾶς.

Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *