Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

σά(γ)ουρα

Σάγουρα (Σάουρα) /ἡ/ (Ἰ. sciagura) = ἀναφυλακτικὸν ἔκζεμα τῶν βρεφῶν, πυοφύτης, ἀχώρ.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *