Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

σ΄χνουδιάζει (συχνουδιάζει)

Λέγεται για τον προσδιορισμό της ώρας, όταν φεύγει η μέρα και αρχίζει να σκοτεινιάζει (σχνουδιάζει)

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Σ(υ)χνουδιάζει (σὺν-γνόφος, χνοάζω, «χνοῦδι») = συγχέεται ἡ ἀπερχόμενη ἡμέρα μὲ τὴν ἐπερχόμενη νύκτα, βραδυάζει.

Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

Άρχισε να σκοτεινιάζει. Το σ (όχι συν) κόλλησε στη λέξη “χνοώδη” = ομιχλώδης θολός (Δημητράκος) και σχηματίσθηκε το ρήμα σχνουδιάζω.
Εδώ απρόσωπο.
Το “χνούδι” μεταφορικά μας οδηγεί στο απαλό (σα το χνούδι) σκοτάδι!. Που σιγά-σιγά θα γίνει σκότος και δε θα βλέπεις το δάκτυλό σου.
Σημειωτέον μια έννοια της λέξης “χνοώδης” είναι η “ομιχλώδης, θολός” (Δημητράκος). Σχετική (αλλά απομακρύνεται από τη λέξη μας) είναι “γνόφος”, “γνοφώδης”.

Καρσάνικα Γλωσσικά Ιδιώματα – Δημ. Κατωπόδης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

 
Click to listen highlighted text!