Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

ρογός (ο)

αποθήκη σιταριού, “σιτοβόλιον”
ΒΑΛ.: “σχόλια εις Αθαν, Διάκον. Ρόγος, το εκ σανίδων διαμέρισμα εντός των αποθηκών, οπού αποταμιεύεται ο σίτος, και αυτός, ο σωρός του σίτου”, και στο ποίημα, άσμα Ε΄”θέρισε, σώριασε τους / σ΄ ένα ρόγο και κάψε τους, Πελέκα αυτούς τους λύκους”.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Ρογὸς (ὁ/ (Σλ. ρρογός, Ἀλ. ρρογόσ-ζι) = ἀποθέτης, σιτοβολών.

Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης


ρογός (ὁ): τό ἐκ σανίδων διαμέρισμα ἐντός τῶν ἀποθηκῶν, ὅπου ἀπο­ταμιεύεται ὁ σῖτος, καί αὐτός ὁ σωρός τοῦ σίτου,[1] (ΑΡΧ. ρογός = ἀποθήκη σίτου).

[1]     Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης, Σχόλια στόν Ἀθανάσιο Διᾶκο, ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 1907.

Λεξικό Ιδιωματικών Όρων — Χαρά Παπαδάτου

 

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!