Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

ρεκούμπερο (το)

πράγμα εξυπηρετικό και απαραίτητο σου σπιτιού.
“Το σπίτι μας έχει όλα του τα ρεκούμπερα” = όλα τα χρειαζούμενα.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Ρεκούμπερο /τὸ/ (Ἰ. recuperare) = ἀπόκτημα, ἀνάκτημα, πρᾶγμα εὔχρηστον.

Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης


βλ. και ρεκούμπουρο

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

 
Click to listen highlighted text!