Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

ρ΄πίζω

ριπίζω
χύνω κάτω κατά λάθος υγρό ή στερεό πράγμα.
“Μου ρ΄πίστηκε το φαΐ στο δρόμο, που πήγαινε για τους αργάτες” – “Μου ρ΄πίστικε το σιτάρι, οι ελιές κλπ, από το τσουβάλι”.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Ρ(ι)πίζω (ριπίζω, ριπτάζω) = ἀπορρίπτω, χύνω, σκορπῶ (βλ. λ. ρειπίζω).

Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης


Ῥιπίζω (ῥιπίζω) σκορπίζω.

Γλωσσάριον – Γ.Χ. Μαραγκός

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

 
Click to listen highlighted text!