η

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στο Λευκαδίτικο ιδίωμα!

ρ΄πίζω (ρειπίζω)

  1. κάνω κάτι ερείπιον, ή γίνομαι ερείπιο. (ρπίζω)
    φράσεις: “αφήσαμε το πατρικό μας σπίτι και ρείπισε τελείως” – “ο Τάδε, πάει πια, ερείπισε” (=κατέρρευσε λόγω γηρατιών).
  2. χύνω κάτω χρήσιμο πράγμα ή υγρό ή στερεό.
    “Μου ρ΄πίστηκε ο καφές” – “Το τσουβάλι με το σιτάρι ήταν τρύπιο, και ρειπίστηκε. Το σπείραμε στο δρόμο …”.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Ρ(ει)πίζω (ἐρείπιον -όω) = ἐρειπώνω, ἐρειποῦμαι, καταρρέω ἐκ παλαιότητος.

Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *