η

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στο Λευκαδίτικο ιδίωμα!

ψίδι (το)

κομμάτι δουλεμένου δέρματος, που χρησιμοποιούν οι μπαλωματήδες “για να βάνουν ψίδια”, δηλ. μπαλώματα.
“Βάλε μου ένα ψίδι εδώ”.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Ψίδ(ι) /τὸ/ (ψίω) = τεμάχιον κατειργασμένου δέρματος (ἐκ τοῦ χρησιμοποιουμένου διὰ τὸ ἄνω μέρος τῶν ὑποδημάτων).

Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης   


Δεν σχετίζεται με το ψίω του Λάζαρη, αλλά με το μεσαιωνικό αψίδιον (με σίγαση του άτονου αρκτικού -α-), υποκοριστικό του αρχαίου αψίς, ίδος (Μπαμπινιώτης) και σημαίνει την αντικατάσταση με δέρμα ειδικά του φθαρμένου πάνω μέρους του παπουτσιού. Λέγαμε στον τσαγκάρη: σούφερα να μου βάλεις ψίδια στα παπούτσια.

Καρσάνικα Γλωσσικά Ιδιώματα – Δημ. Κατωπόδης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *