Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

πόντζος (ο)

ο εξώστης του σπιτιού, λιακωτό, είδος βεράντας.
Μερικοί πόντζοι είναι στεγασμένοι.
Ο πόντζος είναι από παλιά μέρος και του λευκαδίτικου σπιτιού. Σε αίτηση χωρικού στη Διοίκηση του νησιού για άδεια οικοδομής, στα 1850, βρίσκομε: “Πόντζος δε γίνεται”.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Πόντζος /ὁ/ (Ἰ. poggio-iolo) = λιακωτό, κρεββάτα, κεκαλυμμένος ἐξώστης.

Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης


πόντζος (ὁ): ἴδε μπόντζο.

Λεξικό Ιδιωματικών Όρων — Χαρά Παπαδάτου


Πόντζος = ὁ ξύλινος ἐξώστης, (τό μπαλκόνι).

Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!