Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

ποντούρα (η)

προσβλητικά μισόλογα.
φράσεις: “μου ρίχνει ποντούρες” – “μου πέταξε την ποντούρα του”.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Ποντούρα /ἡ/ (Ἰ. puntura) = δηκτικὸς ὑπαινιγμός, πρόσλογο.

Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης


Ποντούρα = ὑπαινιγμός, μοῦ ρίχνει ποντοῦρες (μοῦ ρίχνει σπόντες).

Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!